«Σφάξε» τους, πρόεδρε (!!!): Η πολιτική υποτέλεια ως νέο δόγμα εξουσίας

Η μεγαλύτερη ήττα ενός κόμματος δεν είναι η εκλογική συρρίκνωση αλλά η παραίτηση των στελεχών του από την πολιτική τους αυτονομία.

Σύνοψη: Οι εξελίξεις στον χώρο της ελληνικής Κεντροαριστεράς αναδεικνύουν μια βαθύτερη κρίση που υπερβαίνει τα όρια μιας ακόμη εσωκομματικής αντιπαράθεσης. Το ζήτημα δεν είναι μόνο η διάλυση κομματικών ισορροπιών, αλλά η εικόνα πολιτικών στελεχών που εγκαταλείπουν διαχρονικές θέσεις και αρχές, αναζητώντας νέα πολιτική στέγη υπό διαφορετικές ηγεσίες. Η προσωποκεντρική λειτουργία, η εξάρτηση από τις αποφάσεις ενός πρώην αρχηγού και η υποχώρηση της συλλογικότητας θέτουν υπό αμφισβήτηση το αφήγημα περί πολιτικής ηθικής που επί χρόνια προβαλλόταν ως συγκριτικό πλεονέκτημα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ελάχιστες φωνές επιλέγουν να υπερασπιστούν τον θεσμικό τους ρόλο απέναντι στις πιέσεις της συγκυρίας.

————

Αναλυτικά…

«Σφάξε» τους, πρόεδρε (!!!): Η πολιτική υποτέλεια ως νέο δόγμα εξουσίας

Υπήρξε μια εποχή κατά την οποία τα πολιτικά κόμματα διεκδικούσαν την εμπιστοσύνη των πολιτών επικαλούμενα αρχές, ιδεολογία και πολιτική συνέπεια. Σήμερα, η πραγματικότητα μοιάζει να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.

γράφει ο “Σκεπτικιστής”…

Η πολιτική επιβίωση φαίνεται να υπερισχύει των αρχών και οι μετακινήσεις στελεχών παρουσιάζονται ως φυσιολογική εξέλιξη ενός επαγγέλματος και όχι ως αποτέλεσμα πολιτικών πεποιθήσεων.

Ανάστροφη νοοτροπία πρωταγωνιστών

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση πρώην κορυφαίας υπουργού και ιστορικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ, η οποία είχε συνδέσει ολόκληρη τη δημόσια διαδρομή της με το Κίνημα. Ευρωβουλευτής, επικεφαλής της κοινοβουλευτικής του ομάδας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πρώτη γυναίκα γραμματέας του κόμματος, υπουργός, αναπληρώτρια υπουργός Εξωτερικών με αρμοδιότητα τις ευρωπαϊκές υποθέσεις, γενική γραμματέας υπουργείου και επί σειρά ετών κομματικό στέλεχος σε κορυφαίες θέσεις.

Η αποχώρησή της από το ΠΑΣΟΚ συνοδεύτηκε από δημόσια διαφωνία με τη μνημονιακή πολιτική της εποχής. Η μεταγενέστερη όμως ένταξή της στον ΣΥΡΙΖΑ πραγματοποιήθηκε αφού το κόμμα αυτό είχε ήδη εφαρμόσει το τρίτο πρόγραμμα (τρίτο μνημόνιο) δημοσιονομικής προσαρμογής. Πρόκειται για μια αντίφαση που δύσκολα εξηγείται αποκλειστικά με πολιτικούς όρους και η οποία εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα για τα πραγματικά κίνητρα τέτοιων επιλογών.

Το ίδιο πρόσωπο πρωταγωνίστησε αργότερα και στις δραματικές εσωκομματικές εξελίξεις, επιδοκιμάζοντας δημόσια την απομάκρυνση του τότε εκλεγμένου προέδρου του κόμματος (Κασελάκης), εκφράζοντας την άποψη ότι με τον τρόπο αυτό «σώθηκε το κόμμα». Οι εξελίξεις που ακολούθησαν, όμως, αποδεικνύουν ότι η κρίση όχι μόνο δεν αποσοβήθηκε αλλά βαθαίνει καθημερινά.

Το Πολιτικό παράδοξο των «πεφωτισμένων» και το αφήγημα περί «ηθικού πλεονεκτήματος» …

Το κόμμα που, κατά πολλούς πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου, «διασώθηκε», βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπο με μια υπαρξιακή δοκιμασία. Και το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρός του εξελίσσεται στο κεντρικό σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο περιστρέφονται όλες οι πολιτικές εξελίξεις, χωρίς ο ίδιος να αναλαμβάνει σαφείς δεσμεύσεις απέναντι σε όσους επί χρόνια συμπορεύθηκαν μαζί του.

Έτσι δημιουργείται ένα πρωτοφανές πολιτικό παράδοξο. Πρώην υπουργοί, πρώην κυβερνητικά στελέχη και βουλευτές εμφανίζονται να αναμένουν ένα διακριτικό νεύμα, μια πολιτική έγκριση ή μια μελλοντική πρόσκληση, έχοντας προηγουμένως απαξιώσει τη δική τους οργανωτική αυτονομία. Η εικόνα αυτή δεν παραπέμπει σε συλλογική πολιτική λειτουργία αλλά σε σχέση εξάρτησης, όπου η προσωπική πολιτική επιβίωση υπερισχύει κάθε έννοιας εσωκομματικής ισοτιμίας.

Εκεί ακριβώς καταρρέει και το αφήγημα περί «ηθικού πλεονεκτήματος», το οποίο επί δεκαετίες αποτέλεσε βασικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητας του συγκεκριμένου χώρου. Όταν πολιτικοί που διακήρυτταν τη συλλογικότητα και τη δημοκρατική λειτουργία περιμένουν σιωπηλά την απόφαση ενός προσώπου για το πολιτικό τους μέλλον, τότε η ίδια η έννοια της συλλογικής ευθύνης χάνει κάθε περιεχόμενο.

Η καρέκλα άδειασε πριν αδειάσει το γραφείο

Η αμηχανία της ηγεσίας του κόμματος είναι εμφανής. Από τη μία πλευρά επιχειρεί να διατηρήσει στοιχειώδη κομματική συνοχή και από την άλλη αναζητεί τρόπο επαναπροσέγγισης με τον πρώην αρχηγό, παρότι εκείνος έχει επανειλημμένα αφήσει να εννοηθεί ότι δεν προτίθεται να κινηθεί με τους όρους που του προτείνονται.

Η παραίτηση του προέδρου του κόμματος δεν αποτελεί την αιτία της κρίσης· είναι η φυσική κατάληξη μιας πορείας εσωτερικής αποσύνθεσης που είχε αρχίσει εδώ και μήνες. Η ηγεσία αποδείχθηκε εγκλωβισμένη ανάμεσα στις προσωπικές στρατηγικές, στις αντιμαχόμενες ομάδες και στη διαρκή σκιά του πρώην προέδρου, ο οποίος εξακολουθεί να καθορίζει τις εξελίξεις ακόμη και από απόσταση.

Το κόμμα μοιάζει να αναζητά αρχηγό χωρίς να έχει αποφασίσει αν θέλει πραγματικά να αυτονομηθεί από το παρελθόν του. Όσο η πολιτική πρωτοβουλία παραμένει όμηρος προσδοκιών, διαρροών και παρασκηνιακών διεργασιών, η κρίση ηγεσίας δεν θα εκτονώνεται· θα βαθαίνει, συμπαρασύροντας και ό,τι απέμεινε από την αξιοπιστία του χώρου.

Το «αμόλυντο δείγμα»…

Μέσα σε αυτό το σκηνικό γενικευμένης πολιτικής αβεβαιότητας, ξεχωρίζει η στάση ενός βουλευτή της περιφέρειας Δράμας, ο οποίος δήλωσε ότι θα παραμείνει μέχρι τη λήξη της κοινοβουλευτικής περιόδου, επικαλούμενος την εντολή που έλαβε από τους πολίτες της εκλογικής του περιφέρειας. Ανεξάρτητα από τις μελλοντικές του επιλογές, η συγκεκριμένη τοποθέτηση υπενθυμίζει ότι η βουλευτική ιδιότητα δεν αποτελεί προσωπικό διαπραγματευτικό εργαλείο αλλά θεσμική εντολή που απονέμεται από το εκλογικό σώμα.

Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί για αρκετές ακόμη πολιτικές διαδρομές. Υπάρχουν στελέχη που εγκατέλειψαν το ΠΑΣΟΚ επικαλούμενα συγκεκριμένες πολιτικές διαφωνίες, αλλά στη συνέχεια συμμετείχαν ή στήριξαν πολιτικές που δεν διέφεραν ουσιαστικά από εκείνες που προηγουμένως κατήγγειλαν. Άλλοι, αφού υιοθέτησαν ιδιαίτερα δραματική ρητορική περί σύγκρουσης με το «σύστημα», εμφανίζονται σήμερα έτοιμοι να επιστρέψουν στον πολιτικό χώρο από τον οποίο αποχώρησαν, χωρίς να εξηγούν πειστικά τι ακριβώς άλλαξε στις ιδεολογικές τους θέσεις.

Η μεγαλύτερη κρίση, επομένως, δεν είναι οργανωτική ούτε εκλογική. Είναι κρίση πολιτικής αξιοπιστίας. Όταν οι «αρχές» μετατρέπονται σε διαπραγματεύσιμο μέγεθος και η πολιτική πίστη προσαρμόζεται στις ανάγκες της προσωπικής επιβίωσης, η εμπιστοσύνη των πολιτών υποχωρεί αναπόφευκτα. Και τότε δεν καταρρέει μόνο ένα κόμμα· καταρρέει η ίδια η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Συνολικά…

Η σημερινή εικόνα της Κεντροαριστεράς δεν αποτελεί απλώς προϊόν μιας ηγετικής κρίσης. Αντανακλά μια βαθύτερη αλλοίωση της πολιτικής κουλτούρας, όπου οι προσωπικές στρατηγικές συχνά υπερισχύουν των ιδεολογικών σταθερών και της θεσμικής συνέπειας. Οι αλλεπάλληλες μετακινήσεις στελεχών, η αναμονή πολιτικής δικαίωσης από έναν πρώην αρχηγό και η ευκολία με την οποία εγκαταλείπονται προηγούμενες δημόσιες δεσμεύσεις ενισχύουν την απαξίωση της πολιτικής στα μάτια των πολιτών. Σε αυτό το περιβάλλον, οι λίγες περιπτώσεις που επιλέγουν να τιμήσουν τη λαϊκή εντολή και τον θεσμικό τους ρόλο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Η πραγματική δοκιμασία, πλέον, δεν αφορά μόνο το μέλλον ενός κόμματος, αλλά την ικανότητα ολόκληρου του πολιτικού συστήματος να ανακτήσει την αξιοπιστία και την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας