Σύνοψη: Η εικόνα των ελληνικών καταθέσεων την περίοδο 2022-2025 έχει δύο όψεις. Σε ονομαστικούς όρους, τα υπόλοιπα αυξήθηκαν, όμως η αγοραστική δύναμη των χρημάτων περιορίστηκε από τον υψηλό πληθωρισμό και τις χαμηλές αποδόσεις. Οι υπολογισμοί που συνοδεύουν τα διαθέσιμα στοιχεία εκτιμούν την απώλεια πραγματικής αξίας στα 23,7 δισ. ευρώ. Το φαινόμενο αναδεικνύει το κόστος της παραμονής μεγάλων ποσών σε άτοκες ή χαμηλότοκες καταθέσεις.
————-
Αναλυτικά…
Οι καταθέσεις αυξήθηκαν, αλλά τα χρήματα αγοράζουν λιγότερα
Στους τραπεζικούς λογαριασμούς δεν καταγράφηκε κάποια θεαματική «εξαφάνιση» κεφαλαίων. Το αντίθετο: οι καταθέσεις αυξήθηκαν. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού, στην πραγματική αξία αυτών των χρημάτων.
Η τετραετία 2022-2025 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο πληθωρισμός μπορεί να διαβρώσει την αποταμίευση χωρίς να μειώσει ούτε ένα ευρώ από το ονομαστικό υπόλοιπο ενός λογαριασμού.
Με βάση τους υπολογισμούς των στοιχείων που εξετάζονται, η σωρευτική απώλεια αγοραστικής δύναμης προσεγγίζει τα 23,7 δισ. ευρώ. Πρόκειται για εκτίμηση της πραγματικής απώλειας και όχι για ποσό που αφαιρέθηκε από τις τραπεζικές καταθέσεις. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη.
- Το πληθωριστικό σοκ του 2022
Το 2022 ήταν το έτος που δημιούργησε το μεγαλύτερο μέρος της ζημιάς. Ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα ανήλθε στο 9,6%, ενώ οι αποδόσεις των καταθέσεων παρέμειναν σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Για τον αποταμιευτή, αυτό μεταφράζεται σε μια απλή αλλά επώδυνη εξίσωση: τα χρήματα παρέμεναν ασφαλή ως αριθμός, αλλά έχαναν γρήγορα αξία στην αγορά.
Οι υπολογισμοί που συνοδεύουν το υπό εξέταση γράφημα αποδίδουν στο 2022 απώλεια αγοραστικής δύναμης περίπου 12,25 δισ. ευρώ. Τα επόμενα χρόνια η ένταση μειώθηκε, χωρίς όμως το πρόβλημα να εξαφανιστεί.
Το 2023 η εκτιμώμενη απώλεια ανέρχεται σε 4,24 δισ. ευρώ, το 2024 σε 3,29 δισ. και το 2025 σε περίπου 3,90 δισ. ευρώ.
- Γιατί τα επιτόκια δεν προστάτευσαν την αποταμίευση
Η εξήγηση βρίσκεται στη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον πληθωρισμό και στις αποδόσεις των καταθέσεων.
Παρότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αύξησε τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, η μετακύλιση στις καταθέσεις ήταν περιορισμένη και άνιση. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι προθεσμιακές καταθέσεις ακολούθησαν με καθυστέρηση τις μεταβολές των επιτοκίων, ενώ οι overnight καταθέσεις παρέμειναν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα.
Έτσι, το κόστος του χρήματος αυξήθηκε πολύ περισσότερο για εκείνον που δανειζόταν παρά για εκείνον που το αποταμίευε.
Στα τέλη του 2025, το μέσο επιτόκιο νέων καταθέσεων ήταν μόλις 0,31%, ενώ οι νέες χορηγήσεις κινούνταν πολύ υψηλότερα. Η εικόνα αυτή αποτυπώνει ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της ελληνικής τραπεζικής αγοράς.
- Η αντίφαση του 2025
Κι όμως, οι Έλληνες δεν εγκατέλειψαν τις τραπεζικές καταθέσεις. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, το 2025 οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 10,4 δισ. ευρώ, φτάνοντας τα 213 δισ. ευρώ, στο υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2010. Η αύξηση προήλθε σχεδόν ισόποσα από νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η εξέλιξη έχει οικονομική λογική. Η τραπεζική κατάθεση δεν αγοράζει μόνο απόδοση. Προσφέρει ασφάλεια, άμεση πρόσβαση στα χρήματα και περιορισμένο επενδυτικό κίνδυνο.
Για ένα νοικοκυριό που έχει βιώσει την οικονομική κρίση, την πανδημία και την ενεργειακή αναστάτωση, αυτά τα χαρακτηριστικά εξακολουθούν να έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από την απόδοση.
- Το πρόβλημα παραμένει και το 2026
Η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού δεν εξαφάνισε την απόσταση.
Τον Ιούνιο του 2026, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε στο 0,36%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο νέων δανείων παρέμεινε στο 4,65%. Η διαφορά έφτασε τις 4,29 ποσοστιαίες μονάδες. Για τις καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών, η μέση απόδοση ήταν μόλις 0,03%.
Άρα η βασική εικόνα δεν έχει ανατραπεί: το χρήμα εξακολουθεί να αποδίδει ελάχιστα όταν παραμένει σε έναν απλό λογαριασμό, ενώ κοστίζει πολλαπλάσια όταν μετατρέπεται σε δανεισμό.
- Η ουσία για τον αποταμιευτή
Το σημαντικότερο συμπέρασμα δεν είναι ότι οι τραπεζικές καταθέσεις «έχασαν» 23,7 δισ. ευρώ από το υπόλοιπό τους. Δεν συνέβη κάτι τέτοιο.
Το πραγματικό ζήτημα είναι ότι η αγοραστική δύναμη των χρημάτων μειώθηκε αισθητά, επειδή οι τιμές αυξήθηκαν ταχύτερα από την απόδοση της αποταμίευσης.
Αυτό αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να διαβάζονται τα υπόλοιπα στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Τα 10.000 ευρώ παραμένουν 10.000 ευρώ ονομαστικά. Δεν αντιπροσωπεύουν όμως την ίδια ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών που αντιπροσώπευαν πριν από την πληθωριστική έκρηξη.
Και αυτή είναι ίσως η πιο αθόρυβη πλευρά του πληθωρισμού: δεν χρειάζεται να μειώσει το ποσό που βλέπει ο καταθέτης στην οθόνη του. Αρκεί να μειώσει όσα μπορεί να αγοράσει με αυτό.
Συνολικά…
Η τετραετία 2022-2025 ανέδειξε ένα διαχρονικό οικονομικό δίλημμα για τον Έλληνα αποταμιευτή: η ασφάλεια και η ρευστότητα της τραπεζικής κατάθεσης δεν ταυτίζονται με τη διατήρηση της πραγματικής αξίας του κεφαλαίου.
Οι καταθέσεις αυξήθηκαν σημαντικά, γεγονός που επιβεβαιώνει την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα και τη διάθεση για αποταμίευση. Την ίδια στιγμή, όμως, οι χαμηλές αποδόσεις δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν την άνοδο των τιμών.
Το 2026 η κατάσταση είναι σαφώς ηπιότερη από το σοκ του 2022, αλλά η διαφορά ανάμεσα στα επιτόκια καταθέσεων και δανείων παραμένει μεγάλη.
Το μάθημα είναι απλό: η αύξηση του αριθμού στον τραπεζικό λογαριασμό δεν σημαίνει αυτομάτως αύξηση πλούτου. Για να διατηρηθεί η αξία της αποταμίευσης σε βάθος χρόνου, καθοριστικός παράγοντας παραμένει η πραγματική απόδοση μετά τον πληθωρισμό.
Με στοιχεία από το pagenews.gr





