Σύνοψη: Η κρίση ΗΠΑ–Ιράν έχει εισέλθει σε μια παρατεταμένη και επικίνδυνη φάση, στην οποία η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί πλέον το βασικό μέτρο της γεωπολιτικής και οικονομικής έντασης. Παρά τις διαφορετικές τοποθετήσεις Ουάσιγκτον και Τεχεράνης για το εάν ο θαλάσσιος δίαυλος είναι «ανοιχτός», τα πραγματικά στοιχεία της ναυσιπλοΐας δείχνουν ότι η κίνηση παραμένει πολύ χαμηλότερη από τα φυσιολογικά επίπεδα.
Το Ορμούζ μεταφέρει περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως και περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Περίπου το 80% αυτών των ροών κατευθύνεται στην Ασία.
Η διάρκεια της κρίσης είναι πλέον ο σημαντικότερος παράγοντας. Μια γρήγορη συμφωνία μπορεί να περιορίσει το ενεργειακό premium κινδύνου, όχι όμως να εξαφανίσει άμεσα τις επιπτώσεις σε αποθέματα, ασφάλιστρα, ναύλους και πληθωρισμό. Αντίθετα, μια παρατεταμένη διαταραχή μπορεί να μετατρέψει το ενεργειακό σοκ σε ευρύτερο πρόβλημα ανάπτυξης.
———-
Αναλυτκά…
Το Ορμούζ είναι κάτι περισσότερο από ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα
Η γεωγραφία εξηγεί μεγάλο μέρος της σημερινής έντασης. Τα Στενά του Ορμούζ συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα και στο στενότερο σημείο τους έχουν πλάτος μόλις 29 ναυτικά μίλια. Οι διαθέσιμοι δίαυλοι ναυσιπλοΐας είναι ακόμη στενότεροι.
γράφει ο «Ειδικός Συνεργάτης»
Από εκεί περνούν οι βασικές εξαγωγικές ροές πετρελαίου του Ιράν, του Ιράκ, του Κουβέιτ, του Κατάρ, του Μπαχρέιν και σημαντικού μέρους της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.
Η ΙΕΑ εκτιμά ότι περίπου 20 εκατ. βαρέλια την ημέρα διέρχονταν από το Ορμούζ το 2025, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 25% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Παράλληλα, μέσω του ίδιου διαύλου περνά περίπου το 19% του παγκόσμιου εμπορίου LNG, κυρίως από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Αυτό εξηγεί γιατί το Ορμούζ δεν μπορεί να αντικατασταθεί εύκολα από εναλλακτικές διαδρομές. Υπάρχουν αγωγοί και δυνατότητες εκτροπής φορτίων μέσω της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ, όμως η διαθέσιμη δυναμικότητα υπολογίζεται μόλις σε 3,5 έως 5,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι κάποια πλοία καθυστερούν. Είναι ότι δεν υπάρχει επαρκής εναλλακτική υποδομή για να μετακινηθεί γρήγορα ολόκληρος ο όγκος των φορτίων.
- Η πραγματική εικόνα της ναυσιπλοΐας
Το σημαντικότερο στοιχείο των τελευταίων ημερών είναι η απόσταση ανάμεσα στις πολιτικές δηλώσεις και στην πραγματική συμπεριφορά των ναυτιλιακών εταιρειών.
Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι το πέρασμα παραμένει λειτουργικό και ασφαλές, ενώ η Τεχεράνη επιμένει ότι τα Στενά θα παραμείνουν κλειστά μέχρι να ικανοποιηθούν συγκεκριμένες πολιτικές και οικονομικές απαιτήσεις.
Στην πράξη, όμως, η αγορά δεν κρίνει την κατάσταση από τις δηλώσεις αλλά από το εάν οι πλοιοκτήτες είναι διατεθειμένοι να στείλουν πλοία.
Στις 18 Αυγούστου καταγράφηκαν μόλις έξι εμπορικά πλοία μεταφοράς εμπορευμάτων μέσω της περιοχής, έναντι εννέα την προηγούμενη ημέρα και πολύ χαμηλότερα από τον πρόσφατο μέσο όρο των περίπου έντεκα διελεύσεων ημερησίως. Παράλληλα, δύο μεγάλες κινεζικές ναυτιλιακές εταιρείες έχουν σταματήσει από τα τέλη Ιουλίου τις δραστηριότητές τους μέσω Ορμούζ και Μπαμπ ελ-Μαντέμπ.
Αυτό είναι κρίσιμο: ένα θαλάσσιο πέρασμα μπορεί τυπικά να είναι «ανοιχτό», αλλά οικονομικά να παραμένει μη λειτουργικό εάν το κόστος κινδύνου είναι υπερβολικό.

- Το δεύτερο μέτωπο: ασφάλιση, ναύλοι και εφοδιαστική
Η επίδραση της κρίσης δεν σταματά στην τιμή του αργού. Όταν ένα πλοίο κινείται σε εμπόλεμη ή ασταθή περιοχή, αυξάνονται τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, οι απαιτήσεις των πληρωμάτων και το κόστος χρηματοδότησης. Παράλληλα, οι εταιρείες χρειάζονται περισσότερα πλοία όταν αναγκάζονται να κάνουν μεγαλύτερες διαδρομές.
Έτσι δημιουργείται ένας πολλαπλασιαστής κόστους: ακριβότερο πετρέλαιο, ακριβότερη μεταφορά, ακριβότερη ασφάλιση και μεγαλύτερος χρόνος παράδοσης.
Το ΔΝΤ έχει ήδη επισημάνει ότι οι διαταραχές στις μεταφορές αυξάνουν το κόστος των εφοδιαστικών αλυσίδων και επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές. Ακόμη και εάν επιτευχθεί ειρήνη, η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θεωρείται αυτονόητη ούτε άμεση.
- Το πετρέλαιο πάνω από τα 90 δολάρια και το επόμενο όριο
Η αγορά πετρελαίου λειτουργεί αυτή τη στιγμή με ένα ισχυρό γεωπολιτικό premium. Στις 19 Αυγούστου το Brent κινήθηκε περίπου στα 91,20 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI βρέθηκε κοντά στα 85,10 δολάρια. Οι τιμές έχουν επηρεαστεί όχι μόνο από το Ορμούζ αλλά και από πρόσθετες διαταραχές, μεταξύ άλλων στις ρωσικές εξαγωγές από τη Μαύρη Θάλασσα.
Το επόμενο ψυχολογικό όριο είναι σαφώς τα 100 δολάρια. Δεν σημαίνει ότι η τιμή θα φτάσει υποχρεωτικά εκεί. Σημαίνει όμως ότι κάθε νέα επίθεση σε πλοίο, κάθε επιδείνωση της ασφάλειας και κάθε ένδειξη ότι οι διαπραγματεύσεις απομακρύνονται αυξάνει την πιθανότητα οι αγορές να τιμολογήσουν ένα παρατεταμένο έλλειμμα προσφοράς.
Η εμπειρία των προηγούμενων μηνών δείχνει πάντως ότι η αγορά διαθέτει σημαντικούς μηχανισμούς άμυνας. Η παραγωγή εκτός Κόλπου αυξήθηκε, η ζήτηση περιορίστηκε και χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικά αποθέματα. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι αυτοί οι «αποσβεστήρες» έχουν ήδη απορροφήσει μεγάλο μέρος του αρχικού σοκ.
- Γιατί δεν αρκεί μια συμφωνία για να επιστρέψει η αγορά στην κανονικότητα
Αυτό είναι ίσως το πιο παρεξηγημένο σημείο της σημερινής κρίσης. Ακόμη και εάν Ουάσιγκτον και Τεχεράνη καταλήξουν αύριο σε πολιτική συμφωνία, δεν θα ανοίξουν αυτόματα όλες οι οικονομικές ροές.
Οι πλοιοκτήτες θα χρειαστούν σαφείς εγγυήσεις ασφάλειας. Οι ασφαλιστικές εταιρείες θα πρέπει να επανεκτιμήσουν τον κίνδυνο. Τα πλοία που βρίσκονται εκτός περιοχής θα πρέπει να επιστρέψουν. Τα αποθέματα θα χρειαστούν χρόνο για να αποκατασταθούν και οι εταιρείες θα πρέπει να ξανασχεδιάσουν συμβόλαια και δρομολόγια.
Η ΙΕΑ έχει προειδοποιήσει ότι η ταχεία επαναφορά των ροών είναι κρίσιμη, καθώς η αγορά έχει ήδη καταναλώσει σημαντικό μέρος των διαθέσιμων αποθεμάτων ασφαλείας. Τον Μάρτιο, οι χώρες-μέλη της ΙΕΑ αποφάσισαν την απελευθέρωση 400 εκατ. βαρελιών από στρατηγικά αποθέματα, τη μεγαλύτερη συλλογική κίνηση αυτού του τύπου στην ιστορία του οργανισμού.
- Πόσο κοντά βρίσκεται το τέλος της κρίσης;
Το πολιτικό σκέλος παραμένει το μεγαλύτερο ερωτηματικό. Η συμφωνία των 60 ημερών που είχε επιδιώξει να δημιουργήσει πλαίσιο για την αποκλιμάκωση και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δεν οδήγησε σε οριστική διευθέτηση. Η προθεσμία εξέπνευσε χωρίς να έχει αποκατασταθεί η πλήρης λειτουργία του Ορμούζ.
Ταυτόχρονα, οι δύο πλευρές παραμένουν σε διαφορετική αντίληψη για το τι πρέπει να προηγηθεί: η Ουάσιγκτον πιέζει για παραχωρήσεις και διατηρεί τις κυρώσεις, ενώ η Τεχεράνη συνδέει την επαναλειτουργία του διαύλου με την άρση περιορισμών, την αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων και οικονομικές απαιτήσεις. Αυτό δημιουργεί τρία πιθανά σενάρια.
Το πρώτο είναι μια γρήγορη πολιτική συμφωνία και σταδιακή αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας. Σε αυτή την περίπτωση, το πετρέλαιο θα μπορούσε να υποχωρήσει αισθητά καθώς θα απομακρυνόταν το premium κινδύνου.
Το δεύτερο είναι μια παρατεταμένη «γκρίζα» κατάσταση: χωρίς πλήρη πόλεμο, αλλά και χωρίς ασφαλή διέλευση. Αυτό είναι ίσως το πιο πιθανό σενάριο για τις αγορές βραχυπρόθεσμα και σημαίνει επίμονα υψηλές τιμές ενέργειας και μεταφορών.
Το τρίτο είναι νέα στρατιωτική κλιμάκωση. Σε αυτή την περίπτωση, το όριο των 100 δολαρίων για το Brent θα μπορούσε να μετατραπεί από σενάριο σε πραγματική αγορά, ιδιαίτερα εάν πληγούν υποδομές παραγωγής ή εγκαταστάσεις LNG.
- Η παγκόσμια οικονομία μπροστά σε ένα νέο ενεργειακό τεστ
Η παγκόσμια οικονομία έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική από ό,τι φοβούνταν οι αρχικές εκτιμήσεις. Το ΔΝΤ σημειώνει ότι, μέχρι τα μέσα του έτους, η παγκόσμια οικονομία είχε απορροφήσει σημαντικό μέρος του σοκ, χάρη στα αποθέματα, στην αύξηση παραγωγής εκτός Κόλπου και στη μείωση της ζήτησης.
Όμως η ανθεκτικότητα δεν είναι απεριόριστη. Εάν το πετρέλαιο παραμείνει ακριβό για μεγάλο διάστημα, οι κεντρικές τράπεζες θα βρεθούν αντιμέτωπες με δυσκολότερη ισορροπία: πληθωρισμός από τη μία, ασθενέστερη ανάπτυξη από την άλλη.
Το ΔΝΤ έχει ήδη προσομοιώσει δυσμενή σενάρια στα οποία ένα ισχυρότερο ενεργειακό σοκ και αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες θα μπορούσαν να περιορίσουν σημαντικά την παγκόσμια ανάπτυξη και να οδηγήσουν τον πληθωρισμό σε πολύ υψηλότερα επίπεδα.
Για την Ευρώπη, την Ασία και ιδιαίτερα τις χώρες με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, το πρόβλημα είναι διπλό: αυξάνεται το κόστος παραγωγής και ταυτόχρονα περιορίζεται το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Και εδώ βρίσκεται η πραγματική οικονομική διάσταση της κρίσης ΗΠΑ–Ιράν. Δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο. Αφορά το κόστος μετακίνησης, ηλεκτρικής ενέργειας, τροφίμων, βιομηχανικής παραγωγής, αερομεταφορών και εμπορίου.
Συνολικά…
Η κρίση ΗΠΑ–Ιράν έχει πάψει να είναι μια περιφερειακή γεωπολιτική αντιπαράθεση με περιορισμένες διεθνείς συνέπειες. Το Ορμούζ έχει μετατρέψει τη σύγκρουση σε παγκόσμιο οικονομικό ζήτημα.
Το κρίσιμο μέγεθος πλέον δεν είναι μόνο η στρατιωτική ένταση, αλλά ο χρόνος που θα απαιτηθεί για να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στη ναυσιπλοΐα. Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι, παρά τις πολιτικές δηλώσεις για τη λειτουργία του διαύλου, οι πραγματικές διελεύσεις παραμένουν περιορισμένες.
Η αγορά έχει μέχρι στιγμής αποφύγει το χειρότερο σενάριο χάρη στα αποθέματα, στην προσαρμογή της παραγωγής και στη μείωση της ζήτησης. Όμως τα περιθώρια ασφαλείας στενεύουν.
Γι’ αυτό και η επόμενη φάση της κρίσης θα κριθεί περισσότερο στο διπλωματικό τραπέζι παρά στις τιμές των χρηματιστηρίων εμπορευμάτων. Μια συμφωνία που θα αποκαταστήσει αξιόπιστα την ελεύθερη ναυσιπλοΐα μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο καμπής. Αντίθετα, μια παρατεταμένη αβεβαιότητα θα διατηρήσει υψηλό το ενεργειακό κόστος και θα μεταφέρει σταδιακά το γεωπολιτικό σοκ στην ανάπτυξη, στον πληθωρισμό και τελικά στην καθημερινότητα των πολιτών.
Το Ορμούζ, επομένως, δεν είναι απλώς το σημείο από όπου περνά το πετρέλαιο. Είναι το σημείο στο οποίο δοκιμάζεται σήμερα η αντοχή της παγκόσμιας οικονομίας.





