Σύνοψη: Η οριστική παύση δημοσίου υπαλλήλου, ο οποίος απουσίαζε επί τέσσερις περίπου μήνες από την υπηρεσία του χωρίς νόμιμη άδεια προκειμένου να εργαστεί σε αμειβόμενο ερευνητικό πρόγραμμα πανεπιστημιακού φορέα, αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις σύγκρουσης ανάμεσα στην αυθαιρεσία και στη θεσμική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης.
Παρά τις προσπάθειες να εμφανιστεί εκ των υστέρων ως νόμιμη η απουσία του μέσω χορήγησης επιμορφωτικής άδειας, ο έλεγχος της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας απέδειξε ότι η σχετική διοικητική πράξη είχε εκδοθεί κατά παράβαση του Υπαλληλικού Κώδικα. Η άδεια ανακλήθηκε, η απαλλακτική πειθαρχική απόφαση κατέρρευσε και το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο επέβαλε ομόφωνα την αυστηρότερη προβλεπόμενη ποινή.
Η υπόθεση αναδεικνύει τις χρόνιες παθογένειες της δημόσιας διοίκησης αλλά και τη σημασία των ανεξάρτητων ελεγκτικών μηχανισμών στην προστασία της νομιμότητας και της ισονομίας.
————
Αναλυτικά…
Οριστική παύση δημοσίου υπαλλήλου: Όταν η αυθαιρεσία συνάντησε το τέλος της
Υπάρχουν υποθέσεις που αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο όλα όσα επί χρόνια εξοργίζουν τους πολίτες απέναντι στη δημόσια διοίκηση. Η συγκεκριμένη αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Όχι επειδή ένας δημόσιος υπάλληλος παραβίασε απλώς τις υποχρεώσεις του, αλλά επειδή επιχείρησε να μετατρέψει την προσωπική του επιλογή σε δήθεν διοικητική κανονικότητα.
Η ιστορία ξεκινά όταν ο υπάλληλος υπέγραψε, ως εργολήπτης, σύμβαση έργου με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ερευνών του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, ώστε να συμμετάσχει σε χρηματοδοτούμενο ερευνητικό πρόγραμμα.
Μέχρι εδώ, το ζήτημα θα μπορούσε να εξεταστεί στο πλαίσιο των προβλεπόμενων διαδικασιών. Όμως ακολούθησε μια αλληλουχία ενεργειών που μόνο ως προσπάθεια παράκαμψης της νομιμότητας μπορεί να χαρακτηριστεί.
Αρχικά ζήτησε άδεια για επιστημονικούς λόγους, επικαλούμενος αδυναμία παρουσίας στην υπηρεσία του. Στη συνέχεια υπέβαλε αίτημα για άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου με αμοιβή, προκειμένου να συμμετάσχει στο ίδιο πρόγραμμα.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν περίμενε ποτέ την έγκριση. Απλώς… εξαφανίστηκε από την υπηρεσία του.
Για περίπου τέσσερις μήνες δεν εμφανίστηκε στην εργασία του, θεωρώντας προφανώς ότι η προσωπική του επαγγελματική επιλογή υπερείχε των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητά του ως δημοσίου υπαλλήλου.
Η αδιαφορία συνεχίστηκε ακόμη και μετά την πειθαρχική δίωξή του. Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο προκλητική όταν ο υπάλληλος κλήθηκε σε απολογία.
Αντί να επιστρέψει στα καθήκοντά του ή να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της υπηρεσίας, συνέχισε να απουσιάζει αδιαφορώντας πλήρως για τις πειθαρχικές συνέπειες.
Την ίδια στιγμή, το αρμόδιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο γνωμοδότησε ομόφωνα ότι δεν μπορούσε να του χορηγηθεί άδεια άσκησης ιδιωτικού έργου εντός του εργασιακού του ωραρίου.
Το μήνυμα ήταν απολύτως σαφές. Η νομοθεσία δεν επέτρεπε όσα επιχειρούσε.
Η διοικητική “σωσίβια λέμβος” που τελικά βούλιαξε – Η παρέμβαση ΓΓ
Και όμως, ενώ όλα έδειχναν πως η υπόθεση οδηγούνταν στην αυτονόητη κατάληξη, εκδόθηκε απόφαση Γενικού Γραμματέα υπουργείου με την οποία χορηγήθηκε στον υπάλληλο άδεια για επιμορφωτικούς λόγους.
Η απόφαση αυτή λειτούργησε ως μια αναδρομική απόπειρα «ξεπλύματος» της πολύμηνης απουσίας του.
Με βάση αυτήν, ο πειθαρχικώς προϊστάμενος έκρινε ότι οι 68 ημέρες αδικαιολόγητης αποχής του «κοπανατζή» υπαλλήλου… τελικά δικαιολογούνταν και προχώρησε στην απαλλαγή του υπαλλήλου.
Είναι ακριβώς εκείνες οι διοικητικές πρακτικές που επί δεκαετίες καλλιέργησαν την εντύπωση ότι στο Δημόσιο όλα μπορούν να τακτοποιηθούν εκ των υστέρων με μία υπογραφή.
Η παρέμβαση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας ανέτρεψε τα δεδομένα
Η υπόθεση όμως δεν έμεινε εκεί. Ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας άσκησε ένσταση κατά της απαλλακτικής απόφασης, θεωρώντας ότι παραβίαζε ευθέως τη νομιμότητα.
Ακολούθησε ειδικός διοικητικός έλεγχος.
Τα ευρήματα ήταν αποκαλυπτικά. Η επιμορφωτική άδεια είχε χορηγηθεί χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 59 του Υπαλληλικού Κώδικα, που προβλέπει αυστηρά κριτήρια για επιστημονικές και επιμορφωτικές άδειες. Με άλλα λόγια, η διοικητική πράξη δεν ήταν απλώς προβληματική· ήταν μη νόμιμη. Η Έκθεση Ελέγχου πρότεινε την αναδρομική ανάκλησή της.
Ο αρμόδιος Γενικός Γραμματέας υποχρεώθηκε τελικά να την ανακαλέσει.
Έτσι κατέρρευσε και το μοναδικό επιχείρημα πάνω στο οποίο είχε στηριχθεί η απαλλαγή του υπαλλήλου.
Η οριστική παύση έστειλε σαφές μήνυμα
Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, έχοντας πλέον όλα τα πραγματικά δεδομένα, έκρινε ομόφωνα ότι δεν υπήρχε κανένας νόμιμος λόγος που να δικαιολογεί την πολύμηνη απουσία του υπαλλήλου.
Η ποινή ήταν η βαρύτερη που προβλέπει ο Υπαλληλικός Κώδικας. Οριστική παύση.
Η απόφαση αυτή δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο.
Αποτελεί μήνυμα προς ολόκληρο τον δημόσιο τομέα ότι η αυθαίρετη εγκατάλειψη των καθηκόντων, οι προσπάθειες εκ των υστέρων νομιμοποίησης παράνομων ενεργειών και οι διοικητικές ακροβασίες δεν μπορούν να θεωρούνται πλέον δεδομένες.
Είναι επίσης μία υπόθεση που αποδεικνύει την αξία των ελεγκτικών μηχανισμών. Αν δεν υπήρχε η παρέμβαση της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας, η αρχική απαλλακτική κρίση πιθανότατα θα είχε παραμείνει σε ισχύ, αφήνοντας μια εξαιρετικά προβληματική εικόνα για τη λειτουργία της διοίκησης.
Το Δημόσιο δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Ο πολίτης που τηρεί τον νόμο δικαιούται να απαιτεί το ίδιο από εκείνους που αμείβονται για να τον υπηρετούν. Και όταν κάποιοι θεωρούν ότι μπορούν να μετατρέψουν την προσωπική τους επαγγελματική επιδίωξη σε άλλοθι εγκατάλειψης της υπηρεσίας, η απάντηση της Πολιτείας οφείλει να είναι μία: εφαρμογή του νόμου χωρίς εκπτώσεις και χωρίς «διορθωτικές» υπογραφές της τελευταίας στιγμής.
Συνολικά…
Η συγκεκριμένη υπόθεση ξεπερνά τα όρια ενός μεμονωμένου πειθαρχικού περιστατικού. Αναδεικνύει τις διαχρονικές αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης, όπου κατά καιρούς επιχειρήθηκαν διοικητικές μεθοδεύσεις για να καλυφθούν εκ των υστέρων παράνομες ή αυθαίρετες συμπεριφορές. Ταυτόχρονα, αποδεικνύει ότι όταν οι θεσμοί ελέγχου λειτουργούν ανεξάρτητα και εφαρμόζουν αυστηρά τη νομιμότητα, ακόμη και αποφάσεις που εμφανίζονται αρχικά ως «τετελεσμένες» μπορούν να ανατραπούν.
Η οριστική παύση του υπαλλήλου δεν αποτελεί πράξη εκδίκησης ούτε επικοινωνιακό μήνυμα. Αποτελεί εφαρμογή του πειθαρχικού δικαίου και υπενθύμιση ότι η δημόσια υπηρεσία δεν είναι προσωπική διευκόλυνση ούτε χώρος όπου οι υποχρεώσεις μπορούν να αναστέλλονται κατά βούληση. Η αξιοπιστία του κράτους οικοδομείται μόνο όταν οι κανόνες ισχύουν για όλους, χωρίς εξαιρέσεις, προνόμια και διοικητικά «παραθυράκια».
Με στοιχεία από το epoli.gr




