Σύνοψη: Η δημόσια συζήτηση για το περιεχόμενο διδακτικών βιβλίων φέρνει στην επιφάνεια ένα βαθύτερο πρόβλημα του εκπαιδευτικού σχεδιασμού. Θεσμικά, τα βιβλία οφείλουν να υπηρετούν τα Προγράμματα Σπουδών. Ωστόσο, ο ίδιος ο σχεδιασμός του «Πολλαπλού Βιβλίου» αποδίδει πλέον στο διδακτικό εγχειρίδιο ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση της μαθησιακής διαδικασίας. Αυτό δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο το βιβλίο λειτουργεί ως εφαρμογή ενός προϋπάρχοντος εκπαιδευτικού σχεδιασμού και κατά πόσο καταλήγει να τον καθορίζει στην πράξη; Η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην τυπική ύπαρξη επιτροπών αξιολόγησης. Χρειάζεται έλεγχος της ουσίας, της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της πραγματικής παιδαγωγικής επάρκειας των διαδικασιών του ΙΕΠ, καθώς και σαφής πολιτική ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας.
————
Αναλυτικά…
Το βιβλίο δεν μπορεί να προηγείται της εκπαιδευτικής πολιτικής
Η συζήτηση που άνοιξε με αφορμή το περιεχόμενο διδακτικού υλικού δεν αφορά τελικά μόνο μια επίμαχη αναφορά ούτε μπορεί να εξαντληθεί στην αντιπαράθεση γύρω από τις οικογενειακές μορφές.
Το σοβαρότερο ερώτημα βρίσκεται αλλού: πώς αποφασίζει το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τι θα διδαχθεί στα παιδιά;
γράφει ο Νίκος Παρίκος
Η θεσμική λογική είναι σαφής. Τα διδακτικά βιβλία χρησιμοποιούνται για τη διδασκαλία μαθημάτων που προβλέπονται από τα αντίστοιχα Προγράμματα Σπουδών. Αυτό προβλέπει και το άρθρο 84 του ν. 4823/2021.
Με απλά λόγια, το βιβλίο θα έπρεπε να είναι εργαλείο υλοποίησης μιας εκπαιδευτικής πολιτικής που έχει προηγουμένως αποφασιστεί. Δεν μπορεί να είναι αυτό που καθορίζει εκ των υστέρων την ίδια την πολιτική. Και εδώ ακριβώς αρχίζει το πρόβλημα.
- Όταν το εγχειρίδιο αποκτά ρόλο προγράμματος
Το ίδιο το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής περιγράφει σήμερα το «Πολλαπλό Βιβλίο» με έναν τρόπο που μετατοπίζει σημαντικά τον ρόλο του σχολικού εγχειριδίου.
Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση του ΙΕΠ, τα μαθησιακά αποτελέσματα αποτελούν την αφετηρία για τον σχεδιασμό των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, αλλά η επίτευξή τους συνδέεται με το περιεχόμενο των διδακτικών βιβλίων και του ψηφιακού υλικού. Το ίδιο το ΙΕΠ μιλά για δυναμική σχέση μεταξύ βιβλίου και Προγραμμάτων Σπουδών και αναγνωρίζει στο εγχειρίδιο ρόλο στη διαμόρφωση της μαθησιακής διαδικασίας.
Αυτό μπορεί να είναι παιδαγωγικά θεμιτό ως αλληλεπίδραση. Δεν παύει όμως να δημιουργεί έναν θεσμικό κίνδυνο: η διάκριση ανάμεσα στο «τι θέλουμε να διδάξουμε» και στο «με ποιο βιβλίο θα το διδάξουμε» μπορεί να γίνει δυσδιάκριτη.
Εάν το βιβλίο αποκτά στην πράξη τη δυνατότητα να καθορίζει τις μαθησιακές διαδικασίες, τότε η αξιολόγησή του δεν είναι μια απλή τεχνική διαδικασία. Είναι ουσιαστικά έλεγχος μιας πλευράς της ίδιας της εκπαιδευτικής πολιτικής.
- Οι επιτροπές υπάρχουν. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς ελέγχουν
Το ΙΕΠ υποστηρίζει ότι η αξιολόγηση των βιβλίων γίνεται από επιστημονικές επιτροπές ανά γνωστικό αντικείμενο, με κριτήρια επιστημονικής, παιδαγωγικής και διδακτικής εγκυρότητας. Στις επιτροπές συμμετέχουν μέλη ΔΕΠ, εκπαιδευτικοί και άλλοι επιστήμονες, ενώ προβλέπονται και εμπειρογνώμονες για τεχνικούς ελέγχους.
Στο επίπεδο της διαδικασίας, επομένως, το σύστημα εμφανίζεται αυστηρά οργανωμένο.
Υπάρχει Μητρώο Αξιολογητών, συγκροτούνται επιστημονικές επιτροπές και προβλέπεται ακόμη και δημόσια κλήρωση για την απόδοση τυχαίου αριθμού στους αξιολογητές.
Όμως η ύπαρξη μιας διαδικασίας δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι η διαδικασία λειτουργεί αποτελεσματικά.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο που πρέπει να ελεγχθεί δημοσιογραφικά και θεσμικά. Όταν ένα βιβλίο περνά από αλλεπάλληλους ελέγχους και τελικά εντάσσεται στο Μητρώο, αλλά στη συνέχεια ανακύπτουν σοβαρές αντιδράσεις για το περιεχόμενο, η εύκολη απάντηση είναι να παραπέμψουμε στις επιτροπές.
Η δύσκολη ερώτηση είναι αν οι έλεγχοι εξέτασαν πραγματικά την ουσία.
- Το πρόβλημα της «εικονικής» αξιολόγησης
Εδώ χρειάζεται προσοχή. Δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία ότι οι επιστημονικές επιτροπές λειτουργούν προσχηματικά ή ότι οι αξιολογήσεις είναι εικονικές.
Προκύπτει, όμως, ένα ζήτημα λογοδοσίας: πόσο ουσιαστικός είναι ο έλεγχος ενός βιβλίου όταν η διαδικασία αξιολόγησης βασίζεται σε προκαθορισμένα κριτήρια, αλλά το τελικό υλικό καλείται να υπηρετήσει έναν ευρύτερο παιδαγωγικό και κοινωνικό σκοπό; Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Ένα βιβλίο μπορεί να είναι επιστημονικά ορθό, τεχνικά άρτιο και συμβατό με τις τυπικές προδιαγραφές και παρ’ όλα αυτά να δημιουργεί εύλογες ενστάσεις ως προς την ηλικιακή καταλληλότητα, την παιδαγωγική προσέγγιση ή τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει ευαίσθητα κοινωνικά ζητήματα.
Αν ο έλεγχος σταματά στην τήρηση προδιαγραφών, τότε η αξιολόγηση μπορεί να είναι τυπικά πλήρης αλλά πολιτικά και παιδαγωγικά ανεπαρκής.
- Το ΙΕΠ και η γραφειοκρατία της ευθύνης
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη θεσμική αδυναμία. Το ΙΕΠ έχει εξελιχθεί σε κομβικό μηχανισμό παραγωγής, αξιολόγησης και υποστήριξης εκπαιδευτικής πολιτικής. Η διαδικασία του «Πολλαπλού Βιβλίου» είναι ένα μεγάλο εγχείρημα, με έργο που έχει προϋπολογισμό άνω των 30,9 εκατ. ευρώ και ορίζοντα υλοποίησης έως το 2029.
Όσο αυξάνεται όμως η θεσμική και οικονομική βαρύτητα ενός οργανισμού, τόσο μεγαλύτερη πρέπει να είναι και η λογοδοσία του.
Δεν αρκεί να υπάρχει μια αλυσίδα από επιτροπές, μητρώα, αποφάσεις, πρακτικά και εγκρίσεις. Πρέπει να είναι ξεκάθαρο ποιος έχει την τελική ευθύνη όταν μια επιλογή αποδεικνύεται προβληματική.
Και εδώ εμφανίζεται μια παθογένεια γνώριμη στη δημόσια διοίκηση: η ευθύνη διαχέεται τόσο πολύ μέσα στη διαδικασία, ώστε στο τέλος κανείς να μην αισθάνεται πραγματικά υπεύθυνος.
- Η πολιτική ευθύνη δεν μεταβιβάζεται στο ΙΕΠ
Το Υπουργείο Παιδείας μπορεί να αναθέτει στο ΙΕΠ την επιστημονική επεξεργασία και την αξιολόγηση. Δεν μπορεί όμως να μεταβιβάσει σε έναν εποπτευόμενο φορέα την πολιτική του ευθύνη. Αυτό είναι το βασικό μάθημα από την υπόθεση.
Η υπουργός δεν χρειάζεται να ελέγχει προσωπικά κάθε παράγραφο κάθε βιβλίου. Οφείλει όμως να διαθέτει μηχανισμό πολιτικής εποπτείας, ο οποίος θα μπορεί να εντοπίζει εγκαίρως περιπτώσεις όπου μια τυπικά νόμιμη και επιστημονικά αξιολογημένη επιλογή δημιουργεί ευρύτερο ζήτημα.
Το ίδιο ισχύει και για το ΙΕΠ. Η επιστημονική αυτονομία δεν σημαίνει θεσμικό απυρόβλητο. Και η πολιτική εποπτεία δεν σημαίνει κυβερνητική παρέμβαση στο περιεχόμενο των βιβλίων.
Σημαίνει ότι υπάρχει κάποιος που λογοδοτεί όταν το σύστημα αποτυγχάνει να δει αυτό που βλέπει η κοινωνία.
- Η Ζαχαράκη βρίσκεται μπροστά στο πραγματικό τεστ
Η πολιτική ευθύνη της Σοφίας Ζαχαράκη είναι υπαρκτή, αλλά δεν είναι αυτή το βαθύτερο πρόβλημα. Ακόμη και μια διαφορετική υπουργός θα βρισκόταν αντιμέτωπη με το ίδιο θεσμικό οικοδόμημα, εάν αυτό παραμένει ίδιο.
Το πραγματικό τεστ για την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας είναι αν θα αρκεστεί ξανά στην επίκληση των διαδικασιών ή αν θα αναζητήσει τι δεν λειτούργησε ουσιαστικά.
Γιατί όταν η απάντηση σε μια κοινωνική και πολιτική κρίση είναι «το ΙΕΠ ακολούθησε τη διαδικασία», η επόμενη ερώτηση είναι αυτονόητη:
Και ποιος ελέγχει αν η διαδικασία παρήγαγε το σωστό αποτέλεσμα;
Αυτό είναι το ερώτημα που δεν απαντά ένα μητρώο, μια επιτροπή ή ένας αλγόριθμος.
Το απαντά η πολιτική ευθύνη.
Συνολικά…
Η υπόθεση των σχολικών βιβλίων δεν πρέπει να κλείσει με μια ακόμη παράθεση της διοικητικής διαδικασίας. Το ουσιαστικό ζήτημα είναι βαθύτερο: αν το εκπαιδευτικό σύστημα έχει καταφέρει να διατηρήσει καθαρή τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον σχεδιασμό των Προγραμμάτων Σπουδών και στην παραγωγή των βιβλίων που τα υπηρετούν.
Το ίδιο το μοντέλο του «Πολλαπλού Βιβλίου» δίνει στα εγχειρίδια μεγαλύτερο και πιο δυναμικό ρόλο. Αυτό επιβάλλει ακόμη αυστηρότερη αξιολόγηση, ουσιαστικότερη διαφάνεια και σαφή κατανομή ευθύνης.
Το ΙΕΠ δεν μπορεί να λειτουργεί ως απρόσωπος γραφειοκρατικός μηχανισμός του οποίου κάθε απόφαση θεωρείται αυτομάτως επαρκής. Και το Υπουργείο Παιδείας δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από τις αποφάσεις του ΙΕΠ.
Η πραγματική μεταρρύθμιση αρχίζει όταν το σύστημα μπορεί να απαντήσει όχι μόνο αν τηρήθηκε η διαδικασία, αλλά και αν επιτεύχθηκε ο σκοπός της.
————–
Πηγές και τεκμηρίωση: Για το θεσμικό πλαίσιο και τη διαδικασία αξιολόγησης χρησιμοποιήθηκαν στοιχεία από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής και το Υπουργείο Παιδείας. Η αφετηρία της δημόσιας συζήτησης, όπως αποδίδεται στο παρεχόμενο υλικό, είναι δημοσίευμα του Liberal της 4ης Σεπτεμβρίου 2026, με συντάκτη τον Νίκο Ταμπακόπουλο.




