Σύνοψη: Η νέα κυβερνητική παρέμβαση για τους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη παρουσιάστηκε ως μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής ανακούφισης. Ωστόσο, πίσω από τις δηλώσεις περί «στήριξης των συνεπών πολιτών», αναδεικνύεται μια διαχρονική ελληνική αντίφαση: η σχεδόν πλήρης απουσία μέτρων για εκείνους που κατόρθωσαν, με υπέρμετρες προσωπικές θυσίες, να κρατήσουν ενήμερα τα δάνειά τους.
Εδώ και δεκαπέντε χρόνια, κυβερνήσεις, τράπεζες και οικονομικά επιτελεία δημιούργησαν αλλεπάλληλα εργαλεία διαχείρισης των «κόκκινων δανείων», από ρυθμίσεις και παγώματα έως προστατευτικά σχήματα και κρατικές παρεμβάσεις. Αντιθέτως, για τους συνεπείς δανειολήπτες δεν υπήρξε σχεδόν ποτέ ουσιαστική πρόβλεψη.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο μήνυμα προς την κοινωνία: όποιος άντεξε, πλήρωσε. Όποιος λύγισε, διαπραγματεύτηκε. Και όποιος παρέμεινε συνεπής, έμεινε αόρατος. Το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά και την κοινωνική ηθική: μπορεί μια πολιτεία να διατηρεί την εμπιστοσύνη των πολιτών όταν η συνέπεια μοιάζει να αντιμετωπίζεται ως σφάλμα;
————
Αναλυτικά…
Στην Ελλάδα υπάρχει μια κατηγορία πολιτών που κατορθώνει επί δεκαετίες να πετυχαίνει ένα πραγματικά αξιοθαύμαστο κατόρθωμα: να υπάρχει χωρίς να φαίνεται. Να πληρώνει χωρίς να ακούγεται. Να στενάζει χωρίς να διαμαρτύρεται. Είναι οι συνεπείς δανειολήπτες. Οι άνθρωποι που για χρόνια έκοψαν διακοπές, περιόρισαν βασικές ανάγκες, ανέβαλαν αγορές, έσφιξαν το ζωνάρι μέχρι το τελευταίο κλικ της τρύπας και συνέχισαν να πληρώνουν κανονικά τις δόσεις τους.
Για αυτούς δεν γίνονται κυβερνητικές πανηγυρικές δηλώσεις. Δεν δίνονται έκτακτες διευκολύνσεις. Δεν ανακοινώνονται ειδικά προγράμματα ανακούφισης. Δεν εμφανίζονται δελτία Τύπου με βαρύγδουπες διακηρύξεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης.
Αντιθέτως, όταν ανακοινώνονται νέα μέτρα για τα δάνεια, εκείνοι αισθάνονται ένα γνώριμο συναίσθημα. Όχι ανακούφιση. Όχι δικαίωση. Αλλά εκείνο το ελαφρύ τσούξιμο της πικρίας που συνοδεύει τη διαπίστωση πως κάποιος τους κοιτάζει στα μάτια και τους λέει με ευγενικό τρόπο: «ευχαριστούμε για τη θυσία σας, αλλά δεν δικαιούστε τίποτε».
Η ελληνική οικονομική ιστορία των τελευταίων δεκαπέντε ετών είναι σχεδόν ένα μνημείο δημιουργικής αντιμετώπισης της ασυνέπειας. Νόμος Κατσέλη, ειδικές ρυθμίσεις, παγώματα, μηχανισμοί προστασίας, εξωδικαστικές διαδικασίες, προγράμματα επιδοτήσεων, νέα εργαλεία και νέες παρεμβάσεις.
Ασφαλώς, πρέπει να ξεκαθαριστεί κάτι. Υπήρξαν και εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που πραγματικά βρέθηκαν σε οικονομική κατάρρευση. Πολίτες που είδαν εισοδήματα να εξαφανίζονται, επιχειρήσεις να κλείνουν και οικογενειακές ισορροπίες να συντρίβονται. Η στήριξη αυτών των ανθρώπων είναι υποχρέωση κάθε σοβαρής πολιτείας.
Όμως υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα.
Κάθε φορά που σχεδιάζεται ένα νέο πλαίσιο ανακούφισης, εμφανίζεται σαν αόρατος ολόγραμμα μια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που αποκλείεται από τη συζήτηση. Είναι εκείνοι που δεν σταμάτησαν ποτέ να πληρώνουν.
Και το παράδοξο γίνεται σχεδόν σατιρικό.
- Ο πολίτης που έκοβε από το σούπερ μάρκετ για να πληρώσει τη δόση, δεν θεωρείται ευάλωτος.
- Ο πολίτης που πάγωσε τη ζωή του για να μην καταστεί ληξιπρόθεσμος, δεν θεωρείται επιβαρυμένος.
- Ο πολίτης που έζησε στα όρια για να διατηρήσει το δάνειό του «πράσινο», θεωρείται προφανώς ότι ζει μια ειδυλλιακή οικονομική πραγματικότητα.
Και έτσι φτάσαμε στο ελληνικό οικονομικό θέατρο του παραλόγου.
- Το κράτος γνωρίζει σχεδόν τα πάντα. Γνωρίζει εισοδήματα, καταθέσεις, ακίνητα, λογαριασμούς, φορολογικές δηλώσεις, ηλεκτρονικές συναλλαγές.
- Αυτό που μοιάζει να αγνοεί μυστηριωδώς είναι κάτι απλό: πόσο ασφυκτιά ένας άνθρωπος για να παραμένει συνεπής.
Διότι αν συνδέονταν πραγματικά εισοδήματα με πάγιες υποχρεώσεις, θα αποκαλυπτόταν μια σιωπηλή κοινωνία ανθρώπων που δεν κατέρρευσαν αλλά εξαντλήθηκαν.
- Ίσως επειδή αυτοί οι άνθρωποι δεν φωνάζουν.
- Ίσως επειδή δεν αποτελούν άμεσο πολιτικό πρόβλημα.
- Ίσως επειδή η συνέπεια, όπως συμβαίνει συχνά στην Ελλάδα, αντιμετωπίζεται σαν αυτονόητη υποχρέωση και όχι σαν αξία.
Ο Δημήτρης Ψαθάς μιλούσε κάποτε για το «βραβείο της ανοιχτής παλάμης». Σήμερα η περιγραφή μοιάζει σχεδόν προφητική.
- Μόνο που πλέον η ανοιχτή παλάμη δεν είναι σύμβολο επαίνου.
- Μοιάζει περισσότερο με χειροκρότημα ειρωνείας.
Συνολικά…
Το ζήτημα δεν είναι αν πρέπει να στηριχθούν οι πραγματικά αδύναμοι δανειολήπτες. Αυτό είναι αυτονόητο και κοινωνικά επιβεβλημένο. Το ερώτημα είναι αν μια πολιτεία μπορεί να διατηρήσει την αξιοπιστία της όταν δημιουργεί διαρκώς την εντύπωση ότι η συνέπεια δεν ανταμείβεται αλλά θεωρείται δεδομένη.
Οι συνεπείς δανειολήπτες δεν ζητούν προνομιακή μεταχείριση ούτε ειδική μεταχείριση απέναντι στους υπόλοιπους. Ζητούν απλώς να αναγνωριστεί ότι το να πληρώνεις επί χρόνια μέσα σε οικονομική ασφυξία έχει κόστος.
Διότι όταν μια κοινωνία καταλήγει να εκπέμπει το μήνυμα ότι ο συνεπής είναι ο αφελής της υπόθεσης, τότε δεν παράγει κοινωνική δικαιοσύνη. Παράγει κυνισμό. Και ο κυνισμός, αργά ή γρήγορα, φτάνει πάντα μέχρι την κάλπη.





