Σύνοψη: Σε ισχύ περνά πλέον το νέο καθεστώς για τους συμβασιούχους στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, μετά τη δημοσίευση του άρθρου 731 του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Νόμος 5314/2026 ΦΕΚ 103Α/2026). Η διάταξη επιτρέπει σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων που δικαιώνονται δικαστικά να παραμείνουν στις θέσεις τους χωρίς υποχρεωτική άσκηση έφεσης από δήμους ή περιφέρειες.
Η νομοθετική αλλαγή αφορά εργαζόμενους σε κοινωνικές, τεχνικές, πολιτιστικές και ανταποδοτικές υπηρεσίες, αλλά συνοδεύεται από πενταετή υποχρεωτική παραμονή στις υπηρεσίες τους. Αν και θεωρείται σημαντική εξέλιξη για χιλιάδες εργαζόμενους που καλύπτουν πάγιες ανάγκες των δήμων, προκαλεί παράλληλα έντονο προβληματισμό για τους περιορισμούς στις μετατάξεις και για τη διαφορετική αντιμετώπιση εργαζομένων που βρίσκονται σε παρόμοια εργασιακή θέση.
———–
Αναλυτικά…
Νέο τοπίο διαμορφώνεται για χιλιάδες συμβασιούχους στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς η ψήφιση και δημοσίευση του άρθρου 731 του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης φέρνει σημαντικές αλλαγές στο καθεστώς παραμονής εργαζομένων που διεκδικούν δικαστικά την εργασιακή τους συνέχιση ή μονιμοποίηση.
Η κυβέρνηση επιδιώκει να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα που εδώ και χρόνια αποτελεί μόνιμο σημείο τριβής μεταξύ κεντρικής διοίκησης, δήμων, συνδικαλιστικών οργανώσεων και χιλιάδων εργαζομένων. Το ζήτημα των αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είχε μετατραπεί σε μία γκρίζα ζώνη, όπου εργαζόμενοι παρέμεναν για πολλά χρόνια σε υπηρεσίες καλύπτοντας ουσιαστικά πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά χωρίς αντίστοιχη εργασιακή κατοχύρωση.
Το νέο άρθρο προβλέπει ότι συμβασιούχοι οι οποίοι δικαιώνονται στα δικαστήρια και για τους οποίους οι δήμοι ή οι περιφέρειες δεν υποχρεούνται να ασκήσουν ένδικα μέσα, θα παραμένουν υποχρεωτικά στις υπηρεσίες τους για πέντε χρόνια.
Η διάταξη αφορά συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων: κοινωνικές υπηρεσίες, ανταποδοτικές υπηρεσίες, πολιτιστικές και τεχνικές δομές, υπηρεσίες αθλητισμού, πρασίνου, αλλά και παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς σταθμούς.
Βασική προϋπόθεση παραμένει η συμπλήρωση δύο ετών συνολικής απασχόλησης από την 1η Ιανουαρίου του 2023 μέχρι τη δημοσίευση του νόμου.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επιλογή αυτών των υπηρεσιών δεν έγινε τυχαία. Σύμφωνα με τις τοποθετήσεις του υπουργείου Εσωτερικών, πρόκειται για δομές που παρουσιάζουν αυξημένη λειτουργική εξάρτηση από προσωπικό συμβασιούχων και διαθέτουν σε αρκετές περιπτώσεις ανταποδοτικό χαρακτήρα.
Για χιλιάδες εργαζόμενους, πάντως, η εξέλιξη αντιμετωπίζεται ως σημαντική ανάσα. Ιδιαίτερα για εργαζόμενους μεγαλύτερων ηλικιών που εντάχθηκαν μέσω προγραμμάτων της ΔΥΠΑ για ανέργους άνω των 55 ετών, το ζήτημα αποκτά και κοινωνικές διαστάσεις.
Για πολλούς εξ αυτών, η παραμονή στην εργασία δεν αφορά απλώς τη διατήρηση εισοδήματος. Αφορά την εξασφάλιση των αναγκαίων ασφαλιστικών προϋποθέσεων που θα επιτρέψουν την έξοδο προς τη σύνταξη.
Ωστόσο, πίσω από τη θετική εικόνα αρχίζουν ήδη να αναδεικνύονται γκρίζες περιοχές.
Συνδικαλιστικοί κύκλοι κάνουν λόγο για μία διάταξη που ενώ εμφανίζεται να προστατεύει εργαζόμενους, στην πραγματικότητα δημιουργεί έναν μηχανισμό περιορισμού επαγγελματικής κινητικότητας.
Η σημαντικότερη ένσταση αφορά την πενταετή παραμονή. Εργαζόμενοι που κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους αποκτούν πανεπιστημιακά πτυχία, νέες ειδικότητες ή αυξημένα επαγγελματικά προσόντα, βλέπουν πλέον περιορισμένες δυνατότητες μετακίνησης.
Στην πράξη, η νέα πραγματικότητα σημαίνει ότι η μετάβαση σε άλλη υπηρεσία ή σε άλλο φορέα καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη κατά τα πρώτα πέντε χρόνια.
Παράλληλα, η διάταξη δημιουργεί δύο επίπεδα εργαζομένων.
Η πρώτη διαφοροποίηση αφορά διοικητικούς υπαλλήλους οικονομικών και διοικητικών υπηρεσιών, οι οποίοι παραμένουν εκτός του καθεστώτος εξαίρεσης από τις υποχρεωτικές εφέσεις.
Η δεύτερη διαφοροποίηση αφορά το όριο των δύο ετών απασχόλησης. Ένας εργαζόμενος που ενδέχεται να υπολείπεται ακόμη και λίγες εβδομάδες ή έναν μήνα από τη συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με εντελώς διαφορετική εργασιακή μεταχείριση.
Νομικοί κύκλοι εκτιμούν ότι τα ζητήματα αυτά ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο νέων δικαστικών διεκδικήσεων, καθώς εγείρονται ερωτήματα που σχετίζονται με την αρχή της ισότητας και τη συνταγματική αντιμετώπιση εργαζομένων υπό παρόμοιες συνθήκες.
Συνολικά…
Η νέα διάταξη επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντίρροπες ανάγκες: από τη μία την εύρυθμη λειτουργία των δήμων και από την άλλη την εργασιακή ασφάλεια χιλιάδων ανθρώπων που επί χρόνια βρίσκονται σε καθεστώς αβεβαιότητας.
Ωστόσο, η ισορροπία αυτή φαίνεται εύθραυστη. Η πενταετής παραμονή μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός σταθερότητας, μπορεί όμως να μετατραπεί και σε παράγοντα επαγγελματικής στασιμότητας. Παράλληλα, οι διαφορετικές ταχύτητες προστασίας μεταξύ κατηγοριών εργαζομένων ανοίγουν νέα πεδία αντιπαράθεσης.
Το εάν τελικά η συγκεκριμένη παρέμβαση θα αποτελέσει λύση ή αφετηρία νέου κύκλου δικαστικών και πολιτικών συγκρούσεων θα φανεί από την εφαρμογή της στην πράξη.





