Σύνοψη: Το «Σπίτι μου ΙΙ» ολοκλήρωσε τη φάση συμβασιοποίησης στις 31 Αυγούστου 2026, έχοντας οδηγήσει σε 14.114 υπογεγραμμένες δανειακές συμβάσεις συνολικού ύψους 1,54 δισ. ευρώ. Οι εγκρίσεις ανήλθαν σε 15.097, ενώ η δημόσια στήριξη έφτασε τα 943,2 εκατ. ευρώ. Το πρόγραμμα απέκτησε ιδιαίτερο κοινωνικό αποτύπωμα, καθώς το 66,6% των ωφελούμενων έχει ετήσιο εισόδημα έως 24.000 ευρώ και το 41% είναι έως 36 ετών. Παράλληλα, το 37% των δανείων κατευθύνθηκε εκτός Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας. Η ολοκλήρωσή του έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι τιμές κατοικιών εξακολουθούν να αυξάνονται, καθιστώντας τη στεγαστική πολιτική κρίσιμο πεδίο οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής.
———–
Αναλυτικά…
Το «Σπίτι μου ΙΙ» πέρασε από τις εγκρίσεις στις κατοικίες
Το «Σπίτι μου ΙΙ» έκλεισε τον κύκλο του με έναν αριθμό που αποτυπώνει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο την έκταση της παρέμβασης: 14.114 δανειακές συμβάσεις για την απόκτηση πρώτης κατοικίας.
Η φάση συμβασιοποίησης ολοκληρώθηκε στις 31 Αυγούστου 2026, με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα να έχει διαχειριστεί ένα πρόγραμμα συνολικού μεγέθους που ξεπέρασε σε πρακτικό αποτύπωμα τα όρια μιας απλής χρηματοδοτικής δράσης.
Συνολικά εγκρίθηκαν 15.097 δάνεια, ύψους 1,82 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 14.114 προχώρησαν σε υπογραφή σύμβασης, δηλαδή το 93,5% των εγκρίσεων μετατράπηκε σε πραγματική δανειακή σχέση.
Η διαφορά ανάμεσα στην έγκριση και την υπογραφή δεν είναι αμελητέα σε ένα στεγαστικό πρόγραμμα. Μεσολαβούν έλεγχοι, τεχνικές εκτιμήσεις, συμβολαιογραφικές διαδικασίες και η ολοκλήρωση της αγοράς. Το υψηλό ποσοστό μετατροπής δείχνει ότι η διαδικασία τελικά λειτούργησε με σχετικά περιορισμένες απώλειες στο τελευταίο στάδιο.
- Πόροι 943,2 εκατ. ευρώ και αγορές άνω των 2,15 δισ.
Η οικονομική σημασία του προγράμματος βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκαν οι δημόσιοι πόροι.
Το μοντέλο βασίστηκε σε ισόποση συμμετοχή του Ταμείου Ανάκαμψης και των συνεργαζόμενων πιστωτικών ιδρυμάτων. Το 50% της χρηματοδότησης προερχόταν από πόρους του Ταμείου και ήταν άτοκο για τον δικαιούχο, ενώ το υπόλοιπο 50% χρηματοδοτούνταν από τις τράπεζες με επιτόκιο.
Σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία, η δημόσια στήριξη διαμορφώθηκε σε 943,2 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 909,2 εκατ. αφορούν τη συμμετοχή στα δάνεια και 34,1 εκατ. ευρώ την επιδότηση επιτοκίου.
Το αποτέλεσμα ήταν η κινητοποίηση αγορών ακινήτων συνολικής αξίας άνω των 2,15 δισ. ευρώ.
Η συγκεκριμένη σχέση έχει σημασία για την αξιολόγηση της παρέμβασης: το Δημόσιο δεν επιχείρησε να υποκαταστήσει την τραπεζική πίστη, αλλά να μειώσει το κόστος της και να διευρύνει την πρόσβαση σε αυτήν για νοικοκυριά που διαφορετικά θα δυσκολεύονταν να περάσουν το κατώφλι της στεγαστικής χρηματοδότησης.
- Ποιοι τελικά πήραν τα δάνεια
Το κοινωνικό προφίλ των ωφελούμενων είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο των τελικών δεδομένων.
Το 66,6% έχει ετήσιο εισόδημα έως 24.000 ευρώ, ενώ μόλις το 0,58% βρίσκεται πάνω από τις 44.000 ευρώ. Το μέσο εισόδημα διαμορφώνεται σε 21.130 ευρώ.
Η εικόνα αυτή περιορίζει την εντύπωση ότι ένα πρόγραμμα επιδοτούμενης στεγαστικής πίστης θα μπορούσε να λειτουργήσει κυρίως ως εργαλείο για νοικοκυριά που ήδη διαθέτουν ισχυρή οικονομική δυνατότητα.
Η μέση ηλικία των ωφελούμενων είναι 38 έτη, με το 41% να είναι έως 36 ετών. Πρόκειται, επομένως, για μια παρέμβαση που απευθύνθηκε σε ηλικίες οι οποίες βρίσκονται στο κρίσιμο σημείο μεταξύ δημιουργίας οικογένειας, σταθεροποίησης εισοδήματος και απόκτησης κατοικίας.
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η οικογενειακή διάσταση. Το 58,45% των δικαιούχων είναι έγγαμοι ή βρίσκονται σε σύμφωνο συμβίωσης, ενώ περίπου 1.060 νοικοκυριά, ή 7%, αφορούν μονογονεϊκές οικογένειες.
Πάνω από 1.660 ωφελούμενοι συνδέονται με οικογένειες τριών ή περισσότερων παιδιών, οι οποίες είχαν πρόσθετη μείωση στο κόστος του δανείου.
- Η περιφέρεια πήρε σημαντικό μερίδιο
Το πρόγραμμα δεν περιορίστηκε στα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα.
Το 37% των δανείων, δηλαδή 5.594 συμβάσεις συνολικής αξίας 619,8 εκατ. ευρώ, κατευθύνθηκε εκτός Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας.
Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη καταγράφηκαν 1.075 δάνεια, στη Θεσσαλία 1.051 και στη Δυτική Ελλάδα 844.
Η περιφερειακή διάσταση αποκτά μεγαλύτερη σημασία σε μια αγορά όπου οι τιμές δεν κινούνται ομοιόμορφα. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 5,7% σε ετήσια βάση το πρώτο τρίμηνο του 2026, με υψηλότερο ρυθμό 6,9% στις λοιπές περιοχές της χώρας, έναντι 5,2% στην Αθήνα.
Με άλλα λόγια, η πρόσβαση σε χρηματοδότηση δεν αποτελεί μόνο ζήτημα κοινωνικής πολιτικής, αλλά επηρεάζει και τη γεωγραφική κατανομή της ζήτησης στην αγορά κατοικίας.
- Γιατί το timing του προγράμματος έχει σημασία
Η ολοκλήρωση του «Σπίτι μου ΙΙ» έρχεται σε μια αγορά όπου η απόκτηση κατοικίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει δύο αντίρροπες πιέσεις.
Από τη μία πλευρά, η στεγαστική πίστη είναι ακριβότερη σε σχέση με την περίοδο των σχεδόν μηδενικών επιτοκίων. Από την άλλη, οι τιμές των κατοικιών συνεχίζουν να κινούνται ανοδικά.
Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι τον Ιούλιο του 2026 το μέσο επιτόκιο των νέων στεγαστικών δανείων κυμαινόμενου επιτοκίου διαμορφώθηκε στο 3,53%.
Αυτό εξηγεί γιατί η άτοκη συμμετοχή του Ταμείου Ανάκαμψης δεν ήταν μια τυπική επιδότηση. Μείωσε ουσιαστικά το χρηματοδοτικό κόστος σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά χρήματος εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά την ικανότητα ενός νοικοκυριού να αποκτήσει σπίτι.
Παράλληλα, η ανοδική πορεία των τιμών σημαίνει ότι η χρηματοδότηση από μόνη της δεν αρκεί. Η προσφορά κατάλληλων και οικονομικά προσβάσιμων κατοικιών παραμένει το κρίσιμο δεύτερο σκέλος της εξίσωσης.
- Το μεγαλύτερο ερώτημα: τι γίνεται μετά
Εδώ βρίσκεται και η βασική πρόκληση για την επόμενη φάση της στεγαστικής πολιτικής.
Το «Σπίτι μου ΙΙ» λειτούργησε κυρίως στην πλευρά της ζήτησης: έδωσε σε επιλέξιμα νοικοκυριά τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν την αγορά πρώτης κατοικίας με ευνοϊκότερους όρους.
Όμως η αύξηση της αγοραστικής δυνατότητας, όταν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της προσφοράς, μπορεί να μεταφερθεί σταδιακά στις τιμές.
Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η αγορά κατοικίας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ανοδικές τιμές, ενώ η ευρύτερη συζήτηση για το στεγαστικό συνδέεται πλέον όχι μόνο με τη χρηματοδότηση αλλά και με τη διαθεσιμότητα κατοικιών.
Δεν είναι τυχαίο ότι η κυβερνητική στεγαστική πολιτική έχει πλέον ευρύτερο ορίζοντα, με δράσεις συνολικού ύψους 6,5 δισ. ευρώ και παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν την αξιοποίηση κλειστών κατοικιών και την ανακαίνιση υφιστάμενου αποθέματος.
Η πρόκληση είναι να μετατραπεί η επιτυχία ενός χρηματοδοτικού εργαλείου σε μόνιμη βελτίωση της πρόσβασης στη στέγη.
- Η «κληρονομιά» του Ταμείου Ανάκαμψης
Το πρόγραμμα αποτελεί επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης και όχι απλώς ως δημοσιονομική δαπάνη.
Ο σχεδιασμός του «Σπίτι μου ΙΙ» προέβλεπε προϋπολογισμό 2 δισ. ευρώ και χρηματοδότηση έως 190.000 ευρώ, με κάλυψη έως 90% της αξίας του ακινήτου και ανώτατη συμβολαιακή αξία 250.000 ευρώ.
Παράλληλα, το θεσμικό πλαίσιο προέβλεπε συγκεκριμένες προϋποθέσεις για το ακίνητο, όπως όριο επιφάνειας 150 τ.μ. και παλαιότητα έως το τέλος του 2007, ώστε η παρέμβαση να στραφεί κυρίως προς υφιστάμενες κατοικίες.
Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν και το ζήτημα των προθεσμιών. Οι εγκεκριμένοι δικαιούχοι που δεν είχαν προλάβει να συμβασιοποιήσουν μέχρι το ορόσημο του Ταμείου Ανάκαμψης, στις 2 Ιουνίου 2026, μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τη διαδικασία έως τις 31 Αυγούστου, με πόρους που διαχειρίστηκε η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα.
Έτσι, το διοικητικό ορόσημο δεν μετατράπηκε σε απώλεια για όσους είχαν ήδη λάβει έγκριση.
Το τελικό αποτέλεσμα είναι σημαντικό, αλλά δεν κλείνει τη συζήτηση για τη στέγη. Αντίθετα, την κάνει πιο απαιτητική: από το ερώτημα «ποιοι μπορούν να πάρουν δάνειο;» περνάμε πλέον στο «πόσες κατοικίες υπάρχουν και σε ποια τιμή;».
Και αυτή είναι η δυσκολότερη εξίσωση που καλείται να λύσει η επόμενη γενιά στεγαστικής πολιτικής.
Συνολικά…
Το «Σπίτι μου ΙΙ» αφήνει πίσω του ένα μετρήσιμο αποτύπωμα: 14.114 συμβάσεις, 1,54 δισ. ευρώ δανείων και περισσότερα από 2,15 δισ. ευρώ σε συναλλαγές κατοικιών. Το ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η πλειονότητα των δικαιούχων προέρχεται από εισοδηματικές κατηγορίες που βρίσκονται κοντά στον πυρήνα της στεγαστικής πίεσης.
Ωστόσο, η επιτυχία του προγράμματος δεν πρέπει να συγχέεται με την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος. Η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό κόστος κατοικίας, αυξανόμενες τιμές ακινήτων και περιορισμένη προσφορά προσιτών κατοικιών. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει καταγράψει ότι το 2024 το 28,9% του πληθυσμού δαπανούσε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για τη στέγαση, έναντι 8,2% στην ΕΕ.
Το επόμενο στοίχημα, επομένως, δεν είναι απλώς περισσότερη χρηματοδότηση. Είναι περισσότερη διαθέσιμη, κατάλληλη και πραγματικά προσιτή κατοικία.





