Το πρόβλημα της σπατάλης φαγητού και η κατάσταση στην Ελλάδα. Έρευνα του ΟΗΕ ρίχνει φως στο μέγεθος του προβλήματος της σπατάλης φαγητού, διεθνώς, αλλά και στην Ελλάδα…
Το πρόβλημα παγκοσμίως
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το 17% της συνολικής ποσότητας τροφίμων του 2019 κατέληξαν σε κάδους απορριμάτων, από νοικοκυριά, εστιατόρια και άλλες υπηρεσίες. Εξ αυτών το 61% προήλθε από νοικοκυριά, το 26% από διάφορες υπηρεσίες τροφίμων και το 13% από τον κλάδο της εστίασης.
Συνολικά πρόκειται για 931 εκ. τόνους φαγητού, κάτι που σημαίνει ότι σε κάθε άνθρωπο αντιστοιχούν 121 κιλά φαγητού που σπαταλήθηκαν με τα 74 εξ αυτών να προέρχονται από νοικοκυριά. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο ΟΗΕ, η συνολική ποσότητα φαγητού που πετιέται γεμίζει 23 εκατομμύρια νταλίκες των 40 τόνων. Το μέγεθος, είναι τερατώδες και για να γίνει κατανοτό, εάν αυτές οι νταλίκες, γεμάτες με φαγητό που πετάχτηκε, έμπαιναν η μία πίσω από την άλλη, θα αρκούσαν για να γίνει 7 φορές ο γύρος της γης!
Υπενθυμίζεται ότι περίπου 690 εκ. άνθρωποι υπέφεραν από πείνα το 2019, ενώ 3 δις ανθρώπων δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να τραφούν υγιεινά.
Η έκθεση “Food Waste Index Report 2021” του Προγράμματος Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Εθνών (UNEP) είναι έως σήμερα η πιο ολοκληρωμένη εκτίμηση για φαγητό που καταλήγει στα σκουπίδια. Σημειώνεται ότι το πρόβλημα είναι έντονο σχεδόν σε κάθε χώρα, ασχέτως ύψους εθνικού εισοδήματος.
Έλληνες και σπατάλη φαγητού
Όπως δείχνουν τα σχετικά στοιχεία στην σπατάλη φαγητού η χώρα μας έχει άλλο ένα αρνητικό ρεκόρ, αφού στον Έλληνα αντιστοιχούν 142 κιλά διαθέσιμου φαγητού που δεν καταναλώνεται στο νοικοκυριό, ενώ άλλα 7 κιλά αντιστοιχούν κατά κεφαλήν από τον τομέα της εστίασης. Ο αντίστοιχος διεθνής μέσος όρος είναι στα 121 κιλά τροφίμων.
ΕΕ: Η Μείωση της σπατάλης τροφίμων κατά 30% ως το 2030+
Η μείωση της σπατάλης των τροφίμων, βασικός πυλώνας της στρατηγικής «από το χωράφι στο πιάτο» της ΕΕ για την ανάπτυξη ενός βιώσιμου διατροφικού συστήματος, απαιτεί πολλά περισσότερα από το να «μην πετάμε φαγητό στα σκουπίδια». Διαπερνά όλη την παραγωγική και εφοδιαστική αλυσίδα, από τον πρωτογενή τομέα, την μεταποίηση, τη λιανική, τη φιλοξενία και την εστίαση, μέχρι το πιάτο του καταναλωτή. Αλλά η υπόθεση δεν σταματά στην οικιακή οικονομία ούτε αφορά μόνο την αναδιανομή του πλεονάσματος φαγητού. Συνεχίζεται με τις διαδικασίες καταγραφής, περισυλλογής και επεξεργασίας των αποβλήτων που προέρχονται από τρόφιμα και που μπορούν να αξιοποιηθούν σε δεκάδες χρήσεις, από την παραγωγή οργανικού λιπάσματος και βιοκαυσίμων μέχρι ενέργειας από βιοαέριο.
Ολοκληρωμένο πλαίσιο διαχείρισης αποβλήτων από τρόφιμα
H Ελλάδα διαθέτει ολοκληρωμένο πλαίσιο για την διαχείριση των αποβλήτων από τρόφιμα με το Νόμο 4819.2021, ενθαρρύνοντας με φορολογικά κίνητρα τη διανομή του πλεονάσματος τροφίμων για ανθρώπινη κατανάλωση, εφόσον πληρούν προδιαγραφές ασφάλειας και ποιότητας. Από το 2022 όλες οι υπεραγορές τροφίμων-σούπερ μάρκετ, οι μεταποιητικές επιχειρήσεις τροφίμων-ποτών, οι επιχειρήσεις τροφοδοσίας και μαζικής εστίασης ετήσιου τζίρο άνω των 300.000 ευρώ και των 500.0000 αντίστοιχα και οι ξενοδοχειακές μονάδες άνω των εκατό κλινών υποχρεούνται, βάσει νόμου, να καταγράφουν τα αποβληθέντα τρόφιμα και να δηλώνουν το πλεόνασμα τροφίμων, που διατίθενται ως δωρεά στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Αποβλήτων Τροφίμων (ΗΜΑΤ) του Υπουργείου Ενέργειας και Περιβάλλοντος. Στόχος για την Ελλάδα είναι ως το 2030 να μειωθεί κατά 30% η κατά κεφαλήν σπατάλη τροφίμων και τα απόβλητα των τροφίμων, ενώ ο αντίστοιχος στόχος για το σύνολο της ΕΕ είναι η μείωσή τους κατά 50%.
Στοιχεία πιστοποίησης… σπατάλης
Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της ΕΕ, η Ελλάδα παράγει ετησίως δύο εκατομμύρια τόνους αποβλήτων τροφίμων (βρώσιμων και μη βρώσιμων), εκ των οποίων περισσότερα από τα μισά προέρχονται από την οικιακή κατανάλωση. Εκτιμάται ότι τουλάχιστον οι 500.000 τόνοι τροφίμων που καταλήγουν στα σκουπίδια, θα μπορούσαν να καταναλωθούν με ασφάλεια. Ακολουθούν σε επίπεδο σπατάλης τροφίμων η πρωτογενής παραγωγή και η μεταποίηση, με 375.000 και 372.000 τόνους αντίστοιχα, οι επιχειρήσεις τροφοδοσίας και εστίασης με 220.000 τόνους, ενώ οι αλυσίδες διανομής και πώλησης τροφίμων απορρίπτουν τα λιγότερα απ’ όλους, περίπου 150.000 τόνους. Η κατά κεφαλήν σπατάλη τροφίμων στην Ελλάδα (από ιδιωτική και βιομηχανική χρήση) υπολογίζεται σε 190 κιλά ετησίως, ενώ κάθε πολίτης υπολογίζεται ότι πετάει στα σκουπίδια κατά μέσο όρο 89 κιλά τρόφιμα, εκ των οποίων τα 38,7 είναι βρώσιμα. Την ίδια στιγμή, βάσει των τελευταίων στοιχείων της Eurostat, περισσότεροι από ένας στους δέκα κατοίκους της Ελλάδας υποφέρουν από κάποια μορφής επισιτιστική φτώχεια, δηλαδή δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν κάθε δεύτερη ημέρα ένα τουλάχιστον πλήρες γεύμα με ψάρι, κρέας, κοτόπουλο ή φυτικό ισοδύναμο –τα υψηλότερα ποσοστά παρατηρούνται στους νέους 16-24 ετών και στις ηλικίες άνω των 65.
Συμμαχία για τη Μείωση της Σπατάλης Τροφίμων
Το παράδοξο φαινόμενο από τη μία να απορρίπτονται εκατοντάδες χιλιάδες τόνοι τροφίμων, κατάλληλων για βρώση, και από την άλλη να υπάρχουν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι που κυριολεκτικά δεν ξέρουν, αν θα έχουν να φάνε αύριο, επιχειρούν να αμβλύνουν φορείς της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, επαγγελματικές ενώσεις και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, σε συνεργασία με πανεπιστημιακά ιδρύματα, που έχουν δημιουργήσει τη «Συμμαχία για τη Μείωση της Σπατάλης Τροφίμων». Η συμμαχία, που τελεί υπό την αιγίδα του Υπουργείου Ενέργειας και Περιβάλλοντος, ξεκίνησε τη δράση της το 2019 ως πρωτοβουλία της ΑΒ Βασιλόπουλος και της ανθρωπιστικής οργάνωσης «Μπορούμε» και σήμερα αριθμεί συνολικά 74 εταίρους. Μέλη της είναι, μεταξύ άλλων, επιχειρήσεις τροφίμων και εστίασης από όλα τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας, από πολυεθνικές εταιρείες μέχρι ελληνικές βιομηχανίες, ενώ εκ μέρους των αλυσίδων του κλάδου εκτός της ΑΒ Βασιλόπουλος συμμετέχουν τα My Market και η ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός. Οι δράσεις της συμμαχίας καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, από την ποσοτικοποίηση και την καταμέτρηση του επιπέδου σπατάλης τροφίμων, την αναδιανομή για ανθρώπινη κατανάλωση και τη διευκόλυνση της δωρεάς τροφίμων για κοινωφελείς σκοπούς, την ενημέρωση-ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση του κοινού, αλλά και την πρόληψη της σπατάλης τροφίμων στην παραγωγή και τη μεταποίηση, με μεθόδους ευφυούς γεωργίας και καινοτόμες συσκευασίες.





