Πρόγραμμα επανένταξης φυλακισμένων 24 εκατ. ευρώ: Αλλοίωσαν εκ των υστέρων και παράνομα τους όρους της σύμβασης – Ποιός θα λογοδοτήσει;

Όταν αλλάζει η σύμβαση αλλά όχι το κόστος, η δημόσια διοίκηση οφείλει απαντήσεις.

Σύνοψη: Η υπόθεση του προγράμματος «Εκπαίδευση και Πιστοποίηση Κρατουμένων», προϋπολογισμού 24 εκατ. ευρώ, εξελίσσεται σε μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις διαχείρισης δημόσιου χρήματος των τελευταίων ετών. Το έργο ανατέθηκε στο ΚΕΚ «ΑΠΟΨΗ» του Χαράλαμπου Ζαφειρόπουλου και προοριζόταν να προσφέρει εκπαίδευση και επαγγελματική κατάρτιση σε περισσότερους από 4.000 κρατουμένους.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η σύμβαση που εγκρίθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο φέρεται να διαφοροποιήθηκε ουσιωδώς πριν από την τελική υπογραφή της, εισάγοντας δυνατότητα εξ αποστάσεως εκπαίδευσης. Η αλλαγή αυτή, σύμφωνα με πορίσματα και γνωμοδοτήσεις, δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη μείωση του οικονομικού αντικειμένου, παρότι το κόστος της τηλεκατάρτισης είναι σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο της διά ζώσης διδασκαλίας.

Η απένταξη του έργου από το ΕΣΠΑ, η γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί ακυρότητας της σύμβασης και η διενέργεια ΕΔΕ αναδεικνύουν σοβαρές ευθύνες υπηρεσιακών και πολιτικών παραγόντων. Το βασικό ερώτημα παραμένει αμείλικτο: ποιος άλλαξε τους όρους ενός έργου δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ και γιατί;

———-

Αναλυτικά…

Η υπόθεση που εκθέτει το κράτος

Υπάρχουν σκάνδαλα που γεννιούνται από την κακή διαχείριση και υπάρχουν και εκείνα που αποκαλύπτουν τις βαθιές παθογένειες ενός διοικητικού συστήματος. Η υπόθεση της σύμβασης των 24 εκατ. ευρώ για την εκπαίδευση και επανένταξη κρατουμένων φαίνεται να ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.

Δεν πρόκειται απλώς για ένα έργο που παρουσίασε δυσλειτουργίες. Αντίθετα, πρόκειται για μια υπόθεση όπου η δημόσια διοίκηση καλείται να εξηγήσει πώς μια σύμβαση που εγκρίθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο εμφανίζεται να μεταβλήθηκε ουσιωδώς στην τελική της μορφή, χωρίς να ακολουθηθούν οι διαδικασίες που προβλέπει το θεσμικό πλαίσιο.

Το πρόγραμμα σχεδιάστηκε για να εκπαιδεύσει 4.195 κρατούμενους και να δημιουργήσει ένα δίκτυο εκπαιδευτικών υποδομών μέσα στα σωφρονιστικά καταστήματα. Η φιλοσοφία του ήταν σαφής: φυσική παρουσία εκπαιδευτών, ειδικά διαμορφωμένες αίθουσες και τεχνολογικός εξοπλισμός εκατομμυρίων ευρώ. Στην πράξη όμως, το σχέδιο κατέληξε να προκαλεί περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά.

Η μοναδική προσφορά και τα πρώτα σύννεφα

Από μόνο του προκαλεί εύλογο προβληματισμό το γεγονός ότι σε έναν διαγωνισμό ύψους 24 εκατ. ευρώ κατατέθηκε ουσιαστικά μία μόνο οικονομική προσφορά, εκείνη του ΚΕΚ «ΑΠΟΨΗ».

Βεβαίως, αυτό δεν συνιστά παρανομία. Όμως αποτελεί ένδειξη ενός διαγωνισμού με ιδιαίτερα απαιτητικούς όρους, που απέκλεισαν ή αποθάρρυναν τον ανταγωνισμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ευθύνη των αναθετουσών αρχών γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς οφείλουν να διασφαλίζουν ότι κάθε ευρώ του φορολογούμενου πιάνει τόπο.

Αντί γι’ αυτό, η υπόθεση εξελίχθηκε σε πεδίο διοικητικών συγκρούσεων, πορισμάτων και δικαστικών αντιπαραθέσεων.

Η κρίσιμη αλλαγή που άλλαξε τα πάντα

Το σημείο καμπής βρίσκεται σε μια φαινομενικά μικρή προσθήκη λίγων λέξεων στη σύμβαση.

Η αρχική φιλοσοφία του έργου προέβλεπε αποκλειστικά διά ζώσης εκπαίδευση. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο προβλέφθηκαν δαπάνες άνω των 5 εκατ. ευρώ για tablets, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, διαδραστικούς πίνακες, προβολείς, θρανία και λοιπό εξοπλισμό.

Όμως στην τελική μορφή της σύμβασης και μετά την εγκριτική απόφαση της από το Ελεγκτικό συνέδριο, εισήχθη παρανόμως όρος για εξ αποστάσεως υλοποίηση μέρους του έργου.

Και εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα:

  • Ποιος αποφάσισε αυτή την αλλαγή;
  • Ποιος την εισηγήθηκε;
  • Ποιος τη νομιμοποίησε διοικητικά;
  • Και κυρίως, γιατί δεν επανυποβλήθηκε η τροποποιημένη σύμβαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο;

Πρόκειται για ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο υπηρεσιακούς παράγοντες αλλά και την πολιτική ηγεσία της εποχής.

Το κόστος έμεινε ίδιο, η υλοποίηση άλλαξε

Η ουσία της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο στη διαδικασία αλλά και στο χρήμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, η τηλεκατάρτιση κοστίζει σημαντικά λιγότερο από τη διά ζώσης εκπαίδευση. Παρά ταύτα, ενώ το μοντέλο υλοποίησης άλλαξε δραστικά, το οικονομικό αντικείμενο παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το εύρημα της Διαχειριστικής Αρχής, σύμφωνα με το οποίο περίπου το 73,7% των εκπαιδευτικών δράσεων υλοποιήθηκε με ασύγχρονη εξ αποστάσεως εκπαίδευση και μόλις το 26,3% με φυσική παρουσία.

Με απλά λόγια, το έργο κοστολογήθηκε σαν να γινόταν κυρίως μέσα στις φυλακές, αλλά φαίνεται να υλοποιήθηκε κυρίως μέσω τηλεκατάρτισης. Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί την έντονη ανησυχία των ελεγκτικών μηχανισμών.

Η αποτυχία των μηχανισμών ελέγχου

Η υπόθεση αναδεικνύει και ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό πρόβλημα.

  • Πού ήταν οι εσωτερικοί μηχανισμοί ελέγχου;
  • Πώς δεν εντοπίστηκε εγκαίρως η μεταβολή των όρων;
  • Πώς συνέχισε να εξελίσσεται το έργο χωρίς να σημάνει συναγερμός;

Για χρόνια η ελληνική δημόσια διοίκηση επικαλείται την ύπαρξη συστημάτων εσωτερικού ελέγχου, διαφάνειας και λογοδοσίας. Όταν όμως μια τόσο σοβαρή υπόθεση φτάνει να αποκαλύπτεται εκ των υστέρων, τότε γεννάται εύλογα η απορία αν οι μηχανισμοί αυτοί λειτουργούν ουσιαστικά ή απλώς υπάρχουν στα χαρτιά.

Η απένταξη από το ΕΣΠΑ και το βάρος στους φορολογούμενους

Η εξέλιξη ίσως είναι η πιο ανησυχητική από όλες. Το έργο απεντάχθηκε από το ΕΣΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι τα ευρωπαϊκά κονδύλια χάθηκαν.

Και όταν χάνονται ευρωπαϊκά κονδύλια, το κόστος μεταφέρεται συνήθως στους Έλληνες φορολογούμενους. Δηλαδή, αν προκύψουν τελικά οικονομικές υποχρεώσεις, αυτές δεν θα καλυφθούν από ευρωπαϊκούς πόρους αλλά από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Με άλλα λόγια, οι πολίτες κινδυνεύουν να πληρώσουν τον λογαριασμό μιας υπόθεσης για την οποία δεν είχαν καμία ευθύνη.

Τα αναπάντητα ερωτήματα

Σήμερα η υπόθεση βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή.

  • Η ΕΔΕ φέρεται να έχει καταγράψει σοβαρά ευρήματα.
  • Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους έκρινε τη σύμβαση άκυρη.
  • Η Διαχειριστική Αρχή κατέγραψε ουσιώδεις παραβάσεις.
  • Το ΕΣΠΑ απέσυρε τη χρηματοδότηση.

Και όμως, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα.

  • Πού βρίσκεται ο εξοπλισμός των εκατομμυρίων ευρώ;
  • Ποιος έδωσε εντολή για την αλλαγή της σύμβασης;
  • Ποιοι γνώριζαν και ποιοι υπέγραψαν;
  • Ποιοι έλεγξαν και ποιοι δεν έλεγξαν;
  • Και τελικά, ποιος θα λογοδοτήσει;

Συνολικά…

Η υπόθεση της σύμβασης των 24 εκατ. ευρώ δεν είναι απλώς μια διαμάχη μεταξύ Δημοσίου και αναδόχου. Αποτελεί δοκιμασία αξιοπιστίας για ολόκληρο το διοικητικό και πολιτικό σύστημα. Όταν μια σύμβαση δημοσίου έργου εμφανίζεται να αλλάζει ουσιωδώς μετά την έγκρισή της, όταν το μοντέλο υλοποίησης διαφοροποιείται χωρίς αντίστοιχη οικονομική αναπροσαρμογή και όταν η κατάληξη είναι η απένταξη από το ΕΣΠΑ και η ακύρωση της σύμβασης, τότε δεν μιλάμε για απλό διοικητικό λάθος.

Μιλάμε για μια υπόθεση που απαιτεί πλήρη διαλεύκανση, καταλογισμό ευθυνών και απόλυτη διαφάνεια. Η αναζήτηση των υπευθύνων δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Αφορά το μέλλον της δημόσιας διοίκησης και την προστασία του δημόσιου χρήματος. Εάν οι αρμόδιες αρχές δεν δώσουν πειστικές απαντήσεις, το μήνυμα που θα σταλεί είναι ότι οι κανόνες μπορούν να παρακάμπτονται χωρίς συνέπειες. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο σκάνδαλο από όλα.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας