Σύνοψη: Η εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που φέρεται να αποκόμισε παράνομα περισσότερα από 4,5 εκατ. ευρώ μέσω ψευδών δηλώσεων στον ΟΠΕΚΕΠΕ αποκαλύπτει τις διαχρονικές αδυναμίες του μηχανισμού ελέγχου των αγροτικών ενισχύσεων στην Ελλάδα. Η υπόθεση, με 17 συλλήψεις και συνολικά 317 εμπλεκόμενους, δείχνει ότι το κύκλωμα αξιοποιούσε «ορφανά» αγροτεμάχια, εικονικά μισθωτήρια και τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων για να εισπράττει κοινοτικά κονδύλια. Η έρευνα της Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος αποκάλυψε δομημένη ιεραρχία, γεωγραφική διασπορά και μηχανισμό νομιμοποίησης παράνομων εσόδων μέσω αγορών ακινήτων και οχημάτων. Το νέο σκάνδαλο επαναφέρει στο προσκήνιο τα ζητήματα διαφάνειας, εποπτείας και πολιτικής ευθύνης στη διαχείριση των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων.
———–
Αναλυτικά…
Η νέα υπόθεση παράνομων επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ στη Βόρεια Ελλάδα έρχεται να επιβεβαιώσει ότι το πρόβλημα των εικονικών αγροτικών ενισχύσεων δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ένα πολυετές και βαθιά ριζωμένο σύστημα εκμετάλλευσης των αδυναμιών του κρατικού μηχανισμού. Η εξάρθρωση της εγκληματικής οργάνωσης από την Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος αποκάλυψε έναν μηχανισμό που λειτουργούσε με επαγγελματική οργάνωση, καταφέρνοντας να αποσπάσει περισσότερα από 4,5 εκατομμύρια ευρώ από ευρωπαϊκούς και εθνικούς πόρους.
Οι 17 συλλήψεις σε Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Κιλκίς και Αθήνα αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Η δικογραφία περιλαμβάνει συνολικά 317 κατηγορούμενους, εκ των οποίων οι 302 φέρονται να εισέπραξαν παράνομα επιδοτήσεις, ενώ άλλοι 15 επιχείρησαν να υποβάλουν ψευδείς δηλώσεις που τελικά απορρίφθηκαν. Το εύρος της υπόθεσης αποτυπώνει την έκταση της διείσδυσης του κυκλώματος σε έναν ιδιαίτερα κρίσιμο τομέα της οικονομικής δραστηριότητας, που συνδέεται άμεσα με την αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η εγκληματική οργάνωση είχε αναπτύξει συγκεκριμένη μεθοδολογία. Τα μέλη της εντόπιζαν «ορφανά» αγροτεμάχια, δηλαδή εκτάσεις που είτε δεν δηλώνονταν από τους πραγματικούς ιδιοκτήτες είτε παρέμεναν ανενεργές. Στη συνέχεια, εμφανίζονταν ως ενοικιαστές ή ιδιοκτήτες των εκτάσεων αυτών, καταθέτοντας ψευδείς αιτήσεις ενίσχυσης στον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Η υπόθεση παρουσιάζει ομοιότητες με αντίστοιχες έρευνες που είχαν προηγηθεί στην Κρήτη, ωστόσο οι αρχές εντόπισαν και σημαντικές διαφοροποιήσεις στον τρόπο δράσης. Στη Βόρεια Ελλάδα το κύκλωμα φαίνεται ότι αξιοποιούσε ευρύ δίκτυο μεσαζόντων και «πρόθυμων» προσώπων, τα οποία παραχωρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς ή εμφανίζονταν ως δικαιούχοι επιδοτήσεων χωρίς να έχουν καμία πραγματική σχέση με τον αγροτικό τομέα.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι πολλοί από τους εμπλεκόμενους εργάζονταν ως καθαριστές, οδηγοί, διανομείς ή υπάλληλοι καταστημάτων, χωρίς να διαθέτουν αγροτική δραστηριότητα. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι οι περισσότεροι λειτουργούσαν ως «βιτρίνες» για τη διοχέτευση των παράνομων ενισχύσεων.
Η έρευνα αποκάλυψε επίσης σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα ελέγχου των δηλώσεων. Οι δράστες εκμεταλλεύονταν τη δυνατότητα αλλαγής τραπεζικών λογαριασμών κατά τη διάρκεια της περιόδου υποβολής αιτήσεων, χωρίς να απαιτείται αυστηρός διοικητικός έλεγχος. Παράλληλα, αξιοποιούσαν ελλείψεις στις διαδικασίες ταυτοποίησης συγκεκριμένων τραπεζικών ιδρυμάτων, καταχωρώντας λογαριασμούς που δεν αντιστοιχούσαν στους πραγματικούς δικαιούχους.
Από τη μέχρι στιγμής έρευνα εκτιμάται ότι η ζημία σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει τα 4.500.000 ευρώ.
Συνολικά, από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε 8 οικίες και 2 Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
- 825 ευρώ,
- 18 χρυσές λίρες,
- 12 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, δίκυκλο, 5 γεωργικοί ελκυστήρες (τρακτέρ), αγροτικό μηχάνημα,
- τραπεζικές κάρτες
- 13 κινητά τηλέφωνα
- ηλεκτρονικοί υπολογιστές,
- τάμπλετ,
- ψηφιακά μέσα αποθήκευσης δεδομένων,
- σφραγίδες επιχειρήσεων,
- πλήθος υπεύθυνων δηλώσεων και ιδιωτικών συμφωνητικών αγρομίσθωσης με κενά στοιχεία αντισυμβαλλόμενων και θεωρημένο γνήσιο υπογραφής,
- πλήθος χειρόγραφων σημειώσεων με κωδικούς taxisnet τρίτων προσώπων, καθώς και
- πλήθος εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα που προκύπτει από τα έγγραφα που κατατέθηκαν στο ηλεκτρονικό σύστημα. Σύμφωνα με τη δικογραφία, εντοπίστηκαν λευκές σελίδες αντί συμβολαίων, αποσπάσματα άσχετων νομικών κειμένων, ανυπόγραφα μισθωτήρια και φωτοτυπημένες θεωρήσεις γνησίου υπογραφής. Σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα εμφανίζονταν ως εκμισθωτές πρόσωπα που είχαν ήδη αποβιώσει.
Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης αποτυπώνεται και στην οικονομική διάσταση της έρευνας. Οι αρχές εξέτασαν περισσότερους από 59.000 τραπεζικούς λογαριασμούς και κινήσεις, εντοπίζοντας ένα σύστημα διακίνησης χρημάτων που βασιζόταν κυρίως σε αναλήψεις μετρητών, ώστε να περιορίζεται η δυνατότητα ιχνηλάτησης των συναλλαγών. Από το 2022 και μετά, το κύκλωμα φέρεται να τροποποίησε τη μεθοδολογία του, καταχωρώντας απευθείας τραπεζικούς λογαριασμούς των βασικών στελεχών της οργάνωσης, μειώνοντας έτσι την ανάγκη για ενδιάμεσες μεταφορές.
Οι κατασχέσεις που πραγματοποιήθηκαν δείχνουν και το μέγεθος της οικονομικής δραστηριότητας του κυκλώματος. Μετρητά άνω των 300.000 ευρώ, χρυσές λίρες, πολυάριθμα οχήματα, γεωργικοί ελκυστήρες, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και πλήθος εγγράφων βρέθηκαν στις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε σπίτια και Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων.
Η υπόθεση αναμένεται να προκαλέσει ευρύτερες πολιτικές και θεσμικές εξελίξεις. Ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει βρεθεί επανειλημμένα στο επίκεντρο καταγγελιών για ελλιπείς ελέγχους και αδυναμία αποτελεσματικής εποπτείας των κοινοτικών ενισχύσεων. Τα τελευταία χρόνια, τόσο ελληνικές όσο και ευρωπαϊκές αρχές έχουν επισημάνει την ανάγκη αυστηροποίησης των διαδικασιών πιστοποίησης και διασταύρωσης στοιχείων.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της ευρωπαϊκής διάστασης της υπόθεσης. Οι επιδοτήσεις της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής αποτελούν κρίσιμο εργαλείο στήριξης της αγροτικής παραγωγής και η παράνομη εκμετάλλευσή τους πλήττει όχι μόνο τα δημόσια οικονομικά αλλά και την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η νέα δικογραφία αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω ελέγχους, ενώ δεν αποκλείεται να ανοίξει νέος κύκλος ερευνών για παρόμοιες πρακτικές και σε άλλες περιοχές της χώρας. Οι αποκαλύψεις δημιουργούν έντονο προβληματισμό για το κατά πόσο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί μπορούν να αποτρέψουν τη συστηματική καταστρατήγηση των ευρωπαϊκών ενισχύσεων, ειδικά όταν εμπλέκονται οργανωμένα δίκτυα με τεχνογνωσία και πρόσβαση σε κρίσιμες πληροφορίες.
Συνολικά…
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ στη Βόρεια Ελλάδα δεν αφορά απλώς μία ακόμη οικονομική απάτη, αλλά αναδεικνύει ένα διαρθρωτικό πρόβλημα διοικητικής εποπτείας και ελέγχου των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων. Η ύπαρξη οργανωμένων δικτύων που αξιοποιούν θεσμικά κενά, αδύναμους μηχανισμούς διασταύρωσης στοιχείων και ελλιπή τραπεζική εποπτεία αποκαλύπτει ότι το σύστημα παρέμενε ευάλωτο επί σειρά ετών. Παράλληλα, η εμπλοκή εκατοντάδων προσώπων δείχνει πως η λογική της εύκολης πρόσβασης σε κοινοτικά χρήματα είχε αποκτήσει χαρακτηριστικά παράλληλης οικονομίας. Η εξέλιξη της έρευνας θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για την αποτελεσματικότητα της Δικαιοσύνης και των ελεγκτικών αρχών, αλλά και για την πολιτική βούληση ουσιαστικής μεταρρύθμισης του πλαισίου διαχείρισης των αγροτικών ενισχύσεων στην Ελλάδα…
———–
Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.
Εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν από το 2019 στην κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή τέλεση απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εθνικής οικονομίας, μέσω ψευδών δηλώσεων για παράνομη λήψη αγροτικών ενισχύσεων
- Συνελήφθησαν -17- ημεδαποί, μεταξύ των οποίων και τα -6- αρχηγικά μέλη της οργάνωσης
- Η δικογραφία περιλαμβάνει συνολικά -317- κατηγορούμενους, εκ των οποίων -302- εισέπραξαν παράνομα οικονομικές ενισχύσεις, ενώ -15- αποπειράθηκαν ανεπιτυχώς να λάβουν επιδοτήσεις
- Η εκτιμώμενη ζημία σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει τα -4.500.000- ευρώ
- Κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, -302.825- ευρώ, -18- χρυσές λίρες, -12- αυτοκίνητα, -5- γεωργικοί ελκυστήρες, τραπεζικές κάρτες, κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές και πλήθος εγγράφων
- Δεσμεύθηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί, τραπεζικές θυρίδες και ακίνητα εμπλεκόμενων προσώπων
Από την Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος Βορείου Ελλάδος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας προέβαιναν στην κατ’ επάγγελμα και κατά συρροή τέλεση απάτης σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της εθνικής οικονομίας, μέσω ψευδών δηλώσεων για παράνομη λήψη αγροτικών ενισχύσεων από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., καθώς και στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Για την αποδόμηση της δράσης τους πραγματοποιήθηκε πρωινές ώρες χθες, 26 Μαΐου 2026, συντονισμένη επιχείρηση αστυνομικών του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων και λοιπών στελεχών της Υ.Α.Ο.Ε.Β.Ε., σε περιοχές της Θεσσαλονίκης, των Σερρών, του Κιλκίς, της Αθήνας και της Καβάλας, με τη συνδρομή αστυνομικών του Τμήματος Προστασίας Δημόσιας Περιουσίας και Ευρωπαϊκών Πόρων της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Δ.Α.Ο.Ε., καθώς του Τμήματος Δίωξης Εγκλημάτων και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Καβάλας.
Στο πλαίσιο της επιχείρησης συνελήφθησαν -17- ενεργά μέλη της εγκληματικής οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και τα -6- αρχηγικά μέλη, ενώ διενεργήθηκαν νομότυπες έρευνες σε -8- οικίες και -2- Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων (Κ.Υ.Δ.).
Στη δικογραφία που σχηματίσθηκε σε βάρος τους για εγκληματική οργάνωση, απάτη σχετική με τις επιχορηγήσεις, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, καθώς και των νομοθεσιών περί νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και περί υπεύθυνων δηλώσεων, περιλαμβάνονται ακόμη -317- κατηγορούμενοι, από τους οποίους οι -302- φέρονται να εισέπραξαν παρανόμως ενισχύσεις, ενώ -15- υπέβαλαν ψευδείς δηλώσεις οι οποίες απορρίφθηκαν.
Ειδικότερα, κατόπιν πολύμηνης και εμπεριστατωμένης έρευνας, η οποία εκκίνησε τον Νοέμβριο του 2025στο πλαίσιο προκαταρκτικής εξέτασης μετά από σχετική εισαγγελική παραγγελία, καθώς και από τη συνδυαστική αξιολόγηση και ανάλυση των στοιχείων που προέκυψαν, καταδείχτηκε η ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας δρούσαν προς επιδίωξη παράνομου οικονομικού οφέλους, τουλάχιστον από το 2019, παρουσιάζοντας δομημένη και διαρκή δράση, με επιχειρησιακή ιεραρχία, διακριτούς ρόλους και γεωγραφική διασπορά σε μεγάλο μέρος της ελληνικής επικράτειας.
Όπως προέκυψε, η οργάνωση, αξιοποιώντας την εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία μελών της στη διαδικασία υποβολής Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης, καθώς και κενά στη διαδικασία ελέγχου των δηλώσεων, εντόπιζαν επιλέξιμα αλλά μη δηλωμένα αγροτεμάχια σε διάφορες περιοχές της χώρας και τα καταχωρούσε ψευδώς σε αιτήσεις που υπέβαλλαν τα μέλη της προς τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., με σκοπό την παράνομη λήψη ενισχύσεων.
Τα αγροτεμάχια εμφανίζονταν κυρίως ως μισθωμένα από τρίτα πρόσωπα, χωρίς όμως να υφίσταται πραγματική μίσθωση ή νόμιμη κατοχή. Σε πολλές περιπτώσεις οι φερόμενοι εκμισθωτές είτε δεν κατείχαν σχετική περιουσία είτε είχαν ακίνητα σε εντελώς διαφορετικές περιοχές από αυτές που δηλώνονταν.
Χαρακτηριστικό είναι ότι στις επίμαχες αιτήσεις καταχωρήθηκαν ψευδώς ως εκμισθωτές περισσότερα από -1.500- φυσικά πρόσωπα, ενώ τα δηλούμενα αγροτεμάχια βρίσκονταν συνήθως σε μεγάλη απόσταση τόσο από την κατοικία των αιτούντων όσο και από τον τόπο κατοικίας ή καταγωγής των φερόμενων ιδιοκτητών ή εκμισθωτών.
Παράλληλα, εντοπίστηκαν περιπτώσεις προσχηματικών μεταβολών στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης (Ε9), όπου αγροτεμάχια καταχωρίζονταν προσωρινά ως περιουσιακά στοιχεία και στη συνέχεια διαγράφονταν με αιτιολογίες όπως «εκ παραδρομής καταχώριση», «εκ παραδρομής εγγραφή» ή «λάθος καταχώριση».
Από την έρευνα προέκυψε επίσης ότι, κατά την υποβολή των Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης του έτους 2025, η εγκληματική οργάνωση τροποποίησε τη μεθοδολογία της ως προς την καταχώριση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των αγροτεμαχίων. Ενώ κατά τα προηγούμενα έτη χρησιμοποιούσε μεγάλο αριθμό διαφορετικών φερόμενων εκμισθωτών ανά αίτηση, το 2025 οι δηλούμενες εκτάσεις καταχωρούνταν είτε ως ιδιόκτητες είτε ως μισθωμένες από ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο ήταν συνήθως μέλος ή συγγενικό πρόσωπο μέλους της οργάνωσης.
Μάλιστα, για να προσδίδεται νομιμοφάνεια στις αιτήσεις, επισυνάπτονταν στο ηλεκτρονικό σύστημα διάφορα έγγραφα ως δήθεν παραστατικά νομής ή μίσθωσης αγροτεμαχίων.
Μεταξύ άλλων εντοπίστηκαν:
- λευκές σελίδες σε -167- περιπτώσεις,
- τμήματα του Κώδικα Πράξεων Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου σε -136- περιπτώσεις,
- ανυπόγραφα συμφωνητικά μίσθωσης σε -64- περιπτώσεις,
- μισθωτήρια με εμφανώς φωτοτυπημένη θεώρηση γνησίου υπογραφής σε -41- περιπτώσεις,
- φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων, υπεύθυνες δηλώσεις, ετικέτες πιστοποίησης σπόρων σποράς και άλλα άσχετα έγγραφα.
Επιπλέον, εντοπίστηκαν:
- συμφωνητικά μίσθωσης που φέρονται να είχαν συνταχθεί μετά τον θάνατο του αντισυμβαλλόμενου εκμισθωτή, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με βεβαίωση γνησίου υπογραφής.
Ως προς τη δομή της εγκληματικής οργάνωσης, προέκυψε ότι τα μέλη της είχαν διακριτούς και συμπληρωματικούς ρόλους.
Τα αρχηγικά μέλη (40χρονος, 40χρονη, 43χρονος, 45χρονη51χρονος και 33χρονος) είχαν τον κεντρικό σχεδιασμό και συντονισμό της δράσης, εντόπιζαν επιλέξιμα αγροτεμάχια, οργάνωναν την υποβολή των ψευδών αιτήσεων, στρατολογούσαν νέα μέλη, διαχειρίζονταν τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους πιστώνονταν οι παράνομες ενισχύσεις και προέβαιναν σε πράξεις νομιμοποίησης των παράνομων εσόδων μέσω αγορών ακινήτων, οχημάτων, γεωργικών μηχανημάτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων.
Τα βασικά μέλη παραχωρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς για την πίστωση των παράνομων ενισχύσεων, πραγματοποιούσαν αναλήψεις μετρητών, διακινούσαν χρηματικά ποσά προς τα αρχηγικά μέλη και παρακρατούσαν μέρος των ενισχύσεων ως αμοιβή.
Τα λοιπά μέλη – αιτούντες υπέβαλαν ψευδείς Ενιαίες Αιτήσεις Ενίσχυσης χρησιμοποιώντας τη δομή και τα μέσα της οργάνωσης, λαμβάνοντας μέρος των παράνομων ενισχύσεων, ενώ το υπόλοιπο ποσό κατέληγε σε επιχειρησιακούς λογαριασμούς της οργάνωσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τα μέλη της οργάνωσης, σχεδόν στο σύνολό τους, είτε δεν είχαν σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα είτε δεν είχαν καθόλου επιτήδευμα. Από την έρευνα προέκυψε ότι η πραγματική επαγγελματική δραστηριότητα πολλών εξ αυτών ήταν άσχετη με τον αγροτικό τομέα, καθώς μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν καθαρίστρια, ανειδίκευτοι εργάτες, οδηγοί φορτηγών, διανομείς, υπάλληλοι καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και άλλα επαγγέλματα χωρίς σύνδεση με αγροτική παραγωγή.
Για τη διακρίβωση του εύρους της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης, πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη και σε βάθος οικονομική έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, με αξιοποίηση στοιχείων από τραπεζικά ιδρύματα, φορολογικές και διοικητικές βάσεις δεδομένων, καθώς και από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., αλλά από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ενώ εξετάστηκαν -126- τραπεζικοί λογαριασμοί και -59.307- τραπεζικές κινήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι οι παράνομες ενισχύσεις καταβάλλονταν αρχικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς αιτούντων μελών και στη συνέχεια μέρος των ποσών αποδιδόταν στα αρχηγικά και βασικά μέλη είτε μέσω τραπεζικών μεταφορών είτε με μετρητά.
Ωστόσο, από το 2022 και μετά, η οργάνωση τροποποίησε τη μεθοδολογία της, καταχωρώντας σε μεγάλο αριθμό αιτήσεων τραπεζικούς λογαριασμούς βασικών ή αρχηγικών μελών, ώστε τα ποσά να πιστώνονται απευθείας σε αυτούς και να περιορίζονται οι εμφανείς τραπεζικές συναλλαγές μεταξύ των εμπλεκομένων.
Παράλληλα, τα μέλη της εκμεταλλεύονταν τη δυνατότητα μεταβολής των τραπεζικών λογαριασμών πίστωσης των ενισχύσεων κατά τη διάρκεια που το σύστημα υποβολής αιτήσεων παρέμενε ανοιχτό, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά διοικητικός έλεγχος.
Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι, η οργάνωση εκμεταλλεύτηκε ιδιαιτερότητες στη διαδικασία ελέγχου συγκεκριμένου τραπεζικού ιδρύματος ως προς την ταυτοποίηση δικαιούχου λογαριασμού, καταχωρώντας λογαριασμούς που δεν αντιστοιχούσαν πάντοτε στους αιτούντες τις ενισχύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι -27- από τους -32- τραπεζικούς λογαριασμούς που καταχωρήθηκαν χωρίς συμφωνία μεταξύ αιτούντος και δικαιούχου ανήκαν στο ίδιο τραπεζικό ίδρυμα.
Με τη μέθοδο αυτή τα ποσά των ενισχύσεων «σπάζονταν» σε επιμέρους πληρωμές και κατέληγαν τόσο σε προσωπικούς λογαριασμούς αιτούντων όσο και σε επιχειρησιακούς λογαριασμούς της οργάνωσης.
Η διακίνηση των χρημάτων γινόταν κυρίως μέσω αναλήψεων μετρητών, προκειμένου να περιοριστεί η δυνατότητα ιχνηλάτησης των συναλλαγών και να αποφεύγεται ο εντοπισμός τους από τα συστήματα εποπτείας τραπεζικών συναλλαγών για την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Από τη μέχρι στιγμής έρευνα εκτιμάται ότι η ζημία σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου υπερβαίνει τα -4.500.000- ευρώ.
Συνολικά, από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε -8- οικίες και -2- Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
- -302.825- ευρώ,
- -18- χρυσές λίρες,
- -12- Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, δίκυκλο, -5- γεωργικοί ελκυστήρες (τρακτέρ), αγροτικό μηχάνημα,
- τραπεζικές κάρτες
- -13- κινητά τηλέφωνα
- ηλεκτρονικοί υπολογιστές,
- τάμπλετ,
- ψηφιακά μέσα αποθήκευσης δεδομένων,
- σφραγίδες επιχειρήσεων,
- πλήθος υπεύθυνων δηλώσεων και ιδιωτικών συμφωνητικών αγρομίσθωσης με κενά στοιχεία αντισυμβαλλόμενων και θεωρημένο γνήσιο υπογραφής,
- πλήθος χειρόγραφων σημειώσεων με κωδικούς taxisnet τρίτων προσώπων, καθώς και
- πλήθος εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση.
Παράλληλα, κατόπιν σχετικών διατάξεων του αρμόδιου Εισαγγελέα, δεσμεύτηκαν:
- τραπεζικοί λογαριασμοί -26- εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων,
- τραπεζικές θυρίδες που διατηρούσαν -4- εκ των συλληφθέντων, καθώς και
- ακίνητα περιουσιακά στοιχεία εμπλεκόμενων προσώπων.
Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή.





