Νεολαία, εργασία και κράτος: επιλογές ασφάλειας αντί φιλοδοξίας

Η προτίμηση των νέων σε «ελαφρές» δουλειές του Δημοσίου ή στο delivery δεν είναι σύμπτωμα ατομικής παραίτησης, αλλά κοινωνικής κόπωσης. Είναι ο καθρέφτης μιας παιδείας που δεν εμπνέει, μιας οικογένειας που υπερπροστατεύει και ενός κράτους που συχνά ανταμείβει τη στασιμότητα.

Η στάση της νεολαίας απέναντι στην εργασία αποτελεί διαχρονικά έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες της υγείας μιας κοινωνίας. Στη σημερινή Ελλάδα, όμως, η εικόνα που διαμορφώνεται προκαλεί έντονο προβληματισμό: ένα σημαντικό τμήμα των νέων δεν επιδιώκει θέσεις στον απαιτητικό, ανταγωνιστικό και –υπό προϋποθέσεις– καλά αμειβόμενο ιδιωτικό τομέα, αλλά προσανατολίζεται είτε σε «ελαφρές» θέσεις του Δημοσίου είτε σε χαμηλής ειδίκευσης και περιορισμένων προοπτικών εργασίες, όπως το delivery.

γράφει ο «Σκεπτικιστής»

Το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μονοδιάστατα, ούτε να αποδοθεί απλώς σε «τεμπελιά» ή «έλλειψη φιλοδοξίας», όπως συχνά υποστηρίζεται στον δημόσιο λόγο. Αντίθετα, αποτελεί προϊόν βαθύτερων κοινωνικών, εκπαιδευτικών, πολιτισμικών και θεσμικών παθογενειών, που διαμορφώνουν μια νεολαία προσανατολισμένη πρωτίστως στην ασφάλεια και όχι στην επαγγελματική εξέλιξη.

  1. Η εμπειρία της κρίσης και η αποστροφή προς το ρίσκο

Η σημερινή γενιά νέων ενηλικιώθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας. Η δεκαετής οικονομική κρίση, η ανεργία των νέων που άγγιξε ιστορικά υψηλά, οι αλλεπάλληλες μειώσεις μισθών και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων άφησαν βαθύ αποτύπωμα. Για πολλούς νέους, ο ιδιωτικός τομέας ταυτίστηκε με εξαντλητικά ωράρια, επισφαλείς συμβάσεις, καθυστερήσεις πληρωμών και εργοδοτική αυθαιρεσία. Ακόμη και όταν οι αποδοχές είναι υψηλότερες, το κόστος σε χρόνο, ψυχική φθορά και ανασφάλεια θεωρείται δυσανάλογο.

Αντίθετα, το Δημόσιο –έστω και σε χαμηλά αμειβόμενες ή υποβαθμισμένες θέσεις– προσφέρει προβλεψιμότητα, σταθερό ωράριο και σχετική προστασία. Το delivery, από την άλλη, προσφέρει άμεσο εισόδημα, χαμηλές απαιτήσεις προσόντων και την ψευδαίσθηση της «ευελιξίας», χωρίς την ανάγκη μακροχρόνιας δέσμευσης ή επένδυσης σε δεξιότητες.

  1. Η κρίση της παιδείας και η υποβάθμιση της γνώσης

Καθοριστικό ρόλο στο φαινόμενο παίζει η κατάσταση της παιδείας. Το εκπαιδευτικό σύστημα, εδώ και δεκαετίες, αδυνατεί να καλλιεργήσει στους νέους την αξία της γνώσης ως εργαλείου κοινωνικής και επαγγελματικής ανόδου. Η εκπαίδευση αντιμετωπίζεται συχνά ως τυπική διαδικασία απόκτησης τίτλων και όχι ως πεδίο ανάπτυξης δεξιοτήτων, κριτικής σκέψης και επαγγελματικού προσανατολισμού.

Πολλοί νέοι αποφοιτούν από το λύκειο ή ακόμη και από την τριτοβάθμια εκπαίδευση χωρίς ουσιαστική σύνδεση των σπουδών τους με την αγορά εργασίας. Η έλλειψη επαρκούς επαγγελματικού προσανατολισμού, πρακτικής άσκησης και καθοδήγησης οδηγεί σε σύγχυση και απογοήτευση. Όταν η γνώση δεν μεταφράζεται σε απτές επαγγελματικές προοπτικές, απαξιώνεται και εγκαταλείπεται.

  1. Η απουσία σκληρής διαπαιδαγώγησης από την οικογένεια

Παράλληλα, η οικογένεια –παραδοσιακός πυλώνας διαμόρφωσης αξιών– έχει σε μεγάλο βαθμό αποσυρθεί από τον ρόλο της σκληρής, αλλά αναγκαίας, διαπαιδαγώγησης. Σε μια προσπάθεια προστασίας των παιδιών από τις δυσκολίες που βίωσαν οι ίδιοι οι γονείς, καλλιεργήθηκε συχνά μια κουλτούρα χαμηλών απαιτήσεων και περιορισμένης ευθύνης.

Η έννοια της προσπάθειας, της υπομονής και της μακροχρόνιας επένδυσης σε έναν επαγγελματικό στόχο υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη για άμεση ικανοποίηση και ασφάλεια. Όταν ο νέος δεν έχει μάθει να αντέχει την πίεση, την αποτυχία και την καθυστέρηση της ανταμοιβής, είναι λογικό να αποφεύγει απαιτητικές διαδρομές, ακόμη κι αν αυτές υπόσχονται καλύτερες απολαβές στο μέλλον.

  1. Το κράτος-προστάτης και η κουλτούρα των επιδομάτων

Το ελληνικό κράτος, αντί να λειτουργεί ως μοχλός κινητοποίησης και ενδυνάμωσης, συχνά ενισχύει την αδράνεια. Τα επιδόματα της ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ), αν και θεσμικά απαραίτητα για την προστασία των ανέργων, έχουν σε πολλές περιπτώσεις μετατραπεί σε υποκατάστατο της εργασιακής φιλοδοξίας. Για έναν νέο χωρίς σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό, το επίδομα, σε συνδυασμό με περιστασιακή ή «μαύρη» εργασία, μπορεί να φαντάζει ως πιο συμφέρουσα επιλογή από μια απαιτητική θέση πλήρους απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα.

Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη των επιδομάτων, αλλά η απουσία ουσιαστικών μηχανισμών επανένταξης στην εργασία, αναβάθμισης δεξιοτήτων και σύνδεσης με πραγματικές ανάγκες της οικονομίας. Έτσι, η κοινωνική πολιτική μετατρέπεται άθελά της σε παράγοντα συντήρησης της χαμηλής παραγωγικότητας.

  1. Η απαξίωση της επαγγελματικής ανέλιξης

Σε αντίθεση με προηγούμενες γενιές, όπου η επαγγελματική άνοδος αποτελούσε βασικό στόχο ζωής, σήμερα παρατηρείται μια γενικευμένη δυσπιστία απέναντι στην έννοια της καριέρας. Οι νέοι βλέπουν γύρω τους εργαζόμενους με υψηλά προσόντα, αλλά χαμηλή ποιότητα ζωής, εξαντλημένα στελέχη και περιορισμένη κοινωνική αναγνώριση. Το μήνυμα που λαμβάνουν είναι ότι η προσπάθεια δεν ανταμείβεται πάντα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή μιας «ήσυχης» δουλειάς, χωρίς προοπτική αλλά και χωρίς ένταση, παρουσιάζεται ως λογική στρατηγική αυτοπροστασίας. Το delivery, για παράδειγμα, δεν υπόσχεται μέλλον, αλλά ούτε και απαιτεί προσδοκίες. Είναι μια εργασία του «εδώ και τώρα», που ταιριάζει σε μια γενιά με περιορισμένη εμπιστοσύνη στο αύριο.

  1. Ο ρόλος της κοινωνικής σύγκρισης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης εντείνουν το φαινόμενο. Η συνεχής προβολή μιας επιφανειακής ευημερίας, χωρίς αναφορά στη διαδρομή και την προσπάθεια που προηγήθηκε, καλλιεργεί στρεβλές αντιλήψεις για την επιτυχία. Όταν η επιτυχία φαίνεται τυχαία ή άκοπη, η συστηματική εργασία χάνει τη γοητεία της.

Παράλληλα, η κοινωνική σύγκριση οδηγεί συχνά σε παραίτηση: αν «οι άλλοι τα κατάφεραν χωρίς κόπο», γιατί να επενδύσει κανείς σε μια δύσκολη επαγγελματική πορεία; Έτσι, ενισχύεται η λογική της ελάχιστης προσπάθειας με το μέγιστο δυνατό αίσθημα ασφάλειας.

  1. Δημόσιος και ιδιωτικός τομέας: μια στρεβλή αντιπαράθεση

Η αντίληψη του Δημοσίου ως «καταφυγίου» και του ιδιωτικού τομέα ως «ζούγκλας» δεν είναι τυχαία. Για δεκαετίες, το ίδιο το πολιτικό σύστημα καλλιέργησε την εικόνα του Δημοσίου ως χώρου προστασίας και κοινωνικής αποκατάστασης. Η αξιοκρατία, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, συχνά αμφισβητήθηκε στην πράξη, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η προσπάθεια δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι νέοι επιλέγουν όχι με βάση τις δυνατότητές τους, αλλά με βάση τον φόβο της αποτυχίας. Η καλά αμειβόμενη εργασία στον ιδιωτικό τομέα προϋποθέτει συνεχή αξιολόγηση, προσαρμοστικότητα και ανταγωνισμό – έννοιες που δεν καλλιεργήθηκαν επαρκώς ούτε στο σχολείο ούτε στην οικογένεια.

  1. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες για την κοινωνία

Η στροφή των νέων σε χαμηλής παραγωγικότητας ή περιορισμένων προοπτικών εργασίες δεν είναι απλώς ατομική επιλογή. Έχει σοβαρές συνέπειες για το σύνολο της κοινωνίας. Η οικονομία στερείται ανθρώπινου δυναμικού υψηλών δεξιοτήτων, η καινοτομία υποχωρεί και το κράτος επιβαρύνεται με αυξημένες κοινωνικές δαπάνες.

Ταυτόχρονα, διαιωνίζεται ένας φαύλος κύκλος χαμηλών προσδοκιών: μια κοινωνία που δεν ζητά πολλά από τους νέους της, δεν μπορεί να περιμένει πολλά από το μέλλον της.

  1. Προς μια νέα κουλτούρα ευθύνης και προσπάθειας

Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συνολική αναθεώρηση προτεραιοτήτων. Η παιδεία πρέπει να επανασυνδεθεί με την αγορά εργασίας και την κοινωνική πραγματικότητα. Η οικογένεια οφείλει να επαναφέρει την αξία της προσπάθειας και της πειθαρχίας. Το κράτος πρέπει να μετατρέψει τα επιδόματα σε γέφυρες προς την εργασία και όχι σε τελικούς προορισμούς.

Πάνω απ’ όλα, απαιτείται μια πολιτισμική στροφή: από τη λογική της ασφάλειας χωρίς φιλοδοξία, στη φιλοδοξία με κοινωνική στήριξη αλλά και προσωπική ευθύνη. Χωρίς αυτή τη στροφή, οι επιλογές των νέων θα συνεχίσουν να αντικατοπτρίζουν όχι τις δυνατότητές τους, αλλά τις αδυναμίες του συστήματος που τους διαμόρφωσε.

Επιμύθιο

Συμπερασματικά, η προτίμηση των νέων σε «ελαφρές» δουλειές του Δημοσίου ή στο delivery δεν είναι σύμπτωμα ατομικής παραίτησης, αλλά κοινωνικής κόπωσης. Είναι ο καθρέφτης μιας παιδείας που δεν εμπνέει, μιας οικογένειας που υπερπροστατεύει και ενός κράτους που συχνά ανταμείβει τη στασιμότητα. Αν η κοινωνία επιθυμεί μια νεολαία δημιουργική, παραγωγική και φιλόδοξη, οφείλει πρώτα να της προσφέρει λόγους να πιστέψει ότι η προσπάθεια αξίζει.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας