Κερατσίνι – Δραπετσώνα: Στο επίκεντρο η διοίκηση και οι απευθείας αναθέσεις των 17,3 εκατ. ευρώ

Οι απευθείας αναθέσεις στον Δήμο Κερατσινίου-Δραπετσώνας και τα 17,3 εκατ. ευρώ που ζητούν απαντήσεις για διαφάνεια και ανταγωνισμό.

Σύνοψη: Σοβαρά ερωτήματα για την έκταση της χρήσης απευθείας αναθέσεων στον Δήμο Κερατσινίου-Δραπετσώνας θέτει ο δημοτικός σύμβουλος Παντελής Καμάς. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, από την 1η Ιανουαρίου 2020 έως τις 25 Αυγούστου 2026 καταγράφηκαν 2.084 σχετικές εγγραφές, συνολικού ύψους 17.320.629,22 ευρώ χωρίς ΦΠΑ. Παράλληλα, ζητά συγκεντρωτικά στοιχεία για την περίοδο 2014-2019, προκειμένου να υπάρξει μεγαλύτερο ιστορικό βάθος. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η απευθείας ανάθεση είναι νόμιμη διαδικασία — είναι, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου — αλλά αν η τόσο συχνή χρήση της περιορίζει στην πράξη τον ανταγωνισμό και αν κάθε δαπάνη τεκμηριώνεται με τρόπο που να διασφαλίζει το συμφέρον των δημοτών.

—————

Αναλυτικά…

Το ύψος των αναθέσεων και η εικόνα ανά έτος

Μια υπόθεση που ξεκίνησε από τα δημοτικά έδρανα εξελίσσεται σε ευρύτερη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο ο Δήμος Κερατσινίου-Δραπετσώνας διαχειρίζεται τις προμήθειες και τις υπηρεσίες του.

Ο Παντελής Καμάς, επικεφαλής της παράταξης «Καθαρή Επιλογή – Αλλάζουμε με Συνέπεια», έφερε στο προσκήνιο στοιχεία από το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων, υποστηρίζοντας ότι η αναλογία των απευθείας αναθέσεων παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.

Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζει, το συνολικό ποσό για την περίοδο από 1/1/2020 έως 25/8/2026 ανέρχεται σε 17.320.629,22 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, μέσα από 2.084 εγγραφές. Τα ποσά δεν κατανέμονται ομοιόμορφα.

Το 2020 ανέρχονται σε 1,46 εκατ. ευρώ, το 2021 σε 2,36 εκατ., ενώ το 2022 καταγράφεται η υψηλότερη ετήσια επίδοση, με περίπου 4,17 εκατ. ευρώ.

Ακολουθούν τα 2,77 εκατ. ευρώ του 2023, τα 2,95 εκατ. ευρώ του 2024, τα 2,27 εκατ. ευρώ του 2025 και τα 1,34 εκατ. ευρώ έως τις 25 Αυγούστου 2026. Τα συγκεκριμένα ποσά έχουν επίσης δημοσιευθεί από σειρά μέσων ενημέρωσης, με κοινή αναφορά στην πηγή των στοιχείων που επικαλείται ο κ. Καμάς.

  • Το κρίσιμο σημείο είναι η συχνότητα

Η πολιτική κριτική δεν εστιάζει μόνο στο συνολικό ποσό. Το βασικό επιχείρημα του κ. Καμά αφορά τη συχνότητα με την οποία επιλέγεται η διαδικασία της απευθείας ανάθεσης.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς που παρουσιάζει, οι απευθείας αναθέσεις αντιστοιχούν σε ποσοστό άνω του 90% των καταγεγραμμένων διαδικασιών κάθε χρόνο από το 2020 και μετά. Για το 2026, έως τις 25 Αυγούστου, το ποσοστό που επικαλείται ανέρχεται σε 94,62%. Αν προστεθούν και οι διαδικασίες διαπραγμάτευσης χωρίς προηγούμενη δημοσίευση, υποστηρίζει ότι το ποσοστό των μη ανοικτών διαδικασιών φτάνει στο 96,77%.

Πρόκειται για έναν αριθμητικό δείκτη που από μόνος του δεν αποδεικνύει παράβαση κανόνων. Αποτυπώνει όμως ένα μοτίβο το οποίο δικαιολογεί θεσμικό έλεγχο: ποια είναι τα αντικείμενα των συμβάσεων, ποια είναι η αξία τους, πόσοι οικονομικοί φορείς κλήθηκαν, αν υπήρξε έρευνα αγοράς και αν οι ίδιες επιχειρήσεις εμφανίζονται επανειλημμένα ως ανάδοχοι.

Αυτές είναι οι πληροφορίες που μπορούν να μετατρέψουν μια πολιτική αντιπαράθεση σε ελέγξιμη δημόσια συζήτηση.

  • Τι προβλέπει το θεσμικό πλαίσιο

Η απευθείας ανάθεση δεν αποτελεί από μόνη της παράνομη ή εξαιρετική πρακτική με την έννοια της απαγορευμένης διαδικασίας. Ο ν. 4412/2016 προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής σε αυτή, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και χρηματικά όρια. Για τις συνήθεις προμήθειες και υπηρεσίες, το βασικό όριο ανέρχεται σε 30.000 ευρώ χωρίς ΦΠΑ, με ειδικές προβλέψεις για ορισμένες κατηγορίες συμβάσεων.

Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι η νομοθεσία δεν αντιμετωπίζει την απευθείας ανάθεση ως διαδικασία χωρίς κανόνες.

Η εγκύκλιος του υπουργείου Ανάπτυξης του Δεκεμβρίου 2025 δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην τεκμηρίωση της σκοπιμότητας και της εκτιμώμενης αξίας, στην έρευνα αγοράς και στην αποφυγή τεχνητής κατάτμησης συμβάσεων. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι ακόμη και όταν επιτρέπεται η απευθείας ανάθεση, η αναθέτουσα αρχή μπορεί να επιλέξει ανταγωνιστικότερη διαδικασία.

Αυτό έχει σημασία για την υπόθεση του Κερατσινίου-Δραπετσώνας. Το ερώτημα δεν είναι απλώς «ήταν νόμιμες οι αναθέσεις;». Είναι και «ήταν η επιλογή της διαδικασίας η καταλληλότερη και οικονομικά συμφέρουσα για τον δήμο;».

  • Το αίτημα για την περίοδο 2014-2019

Ο κ. Καμάς δεν περιορίστηκε στην περίοδο από το 2020 και μετά. Έχει καταθέσει αίτημα προς τη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών, με κοινοποίηση στην Τεχνική Υπηρεσία και το Τμήμα Προμηθειών, ζητώντας συγκεντρωτικά στοιχεία για τις απευθείας αναθέσεις από τις 30 Σεπτεμβρίου 2014 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019.

Η κίνηση αυτή προσθέτει μια δεύτερη διάσταση στην υπόθεση. Εάν δοθούν τα στοιχεία, θα είναι δυνατή η σύγκριση διαφορετικών περιόδων διοίκησης και η εξέταση του κατά πόσο η αυξημένη χρήση απευθείας αναθέσεων αποτελεί διαχρονικό χαρακτηριστικό ή μεταγενέστερη εξέλιξη.

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο χρήσιμο στοιχείο για τους δημότες: η συζήτηση μπορεί να μετακινηθεί από τις πολιτικές καταγγελίες προς τα συγκρίσιμα δεδομένα.

  • Από τη νομιμότητα στη λογοδοσία

Η πολιτική αντιπαράθεση έχει ήδη πάρει διαστάσεις, καθώς ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης συνδέει τον μεγάλο αριθμό απευθείας αναθέσεων με το μοντέλο διοίκησης του δήμου.

Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή. Η ύπαρξη χιλιάδων ή εκατομμυρίων ευρώ σε απευθείας αναθέσεις δεν αρκεί για να τεκμηριώσει από μόνη της ευνοιοκρατία, διασπάθιση ή παράνομη συμπεριφορά. Για να προκύψει τέτοιο συμπέρασμα απαιτούνται συγκεκριμένα στοιχεία ανά σύμβαση και, όπου χρειάζεται, οι αντίστοιχοι θεσμικοί έλεγχοι.

Από την άλλη πλευρά, η νομιμότητα αποτελεί το ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο. Για έναν δήμο, η χρηστή οικονομική διαχείριση περιλαμβάνει και την αναζήτηση ανταγωνιστικών προσφορών, την τεκμηρίωση των αναγκών, την αποφυγή επαναλαμβανόμενων αναθέσεων χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και την καθαρή εικόνα για το ποιοι προμηθευτές λαμβάνουν δημοτικό χρήμα.

Η υπόθεση, επομένως, δεν εξαντλείται σε μια αντιπαράθεση Καμά – Βρεττάκου. Αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά η αυτοδιοίκηση και το επίπεδο διαφάνειας που πρέπει να συνοδεύει κάθε ευρώ δημοτικής δαπάνης.

  • Το επόμενο βήμα είναι τα πλήρη στοιχεία

Η πλέον ουσιαστική απάντηση θα είναι η δημοσιοποίηση των αναλυτικών δεδομένων. Ποιοι ήταν οι ανάδοχοι; Ποια ήταν τα αντικείμενα; Ποια η αξία κάθε σύμβασης; Πόσο συχνά επανεμφανίζονται οι ίδιοι οικονομικοί φορείς; Υπήρξαν συγκρίσεις τιμών; Και, κυρίως, υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να επιλεγεί ανοικτή διαδικασία;

Μέχρι να απαντηθούν αυτά τα ερωτήματα, το ποσό των 17,3 εκατ. ευρώ παραμένει ένα σημαντικό αριθμητικό εύρημα και όχι απόδειξη παρανομίας.

Είναι όμως αρκετό για να απαιτείται πλήρης εικόνα. Και αυτή η εικόνα δεν είναι υπόθεση μόνο της αντιπολίτευσης. Αφορά πρωτίστως τους πολίτες που χρηματοδοτούν τον δήμο και έχουν εύλογο δικαίωμα να γνωρίζουν πώς, πού και με ποια διαδικασία κατευθύνονται οι πόροι τους.

Συνολικά…

Η συζήτηση για τις απευθείας αναθέσεις στον Δήμο Κερατσινίου-Δραπετσώνας αποκτά ουσία όταν απομακρύνεται από τα πολιτικά συνθήματα και περνά στα δεδομένα. Τα 17,32 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ και οι 2.084 καταγεγραμμένες εγγραφές της περιόδου 2020-25/8/2026 συνιστούν ένα μέγεθος που δικαιολογεί αυξημένη διαφάνεια και λεπτομερή έλεγχο.

Η απευθείας ανάθεση είναι νόμιμο εργαλείο της δημόσιας διοίκησης, αλλά η νομιμότητα δεν καταργεί την ανάγκη για ανταγωνισμό, οικονομικότητα και τεκμηρίωση.

Το πραγματικό διακύβευμα, συνεπώς, είναι αν η συστηματική επιλογή της συγκεκριμένης διαδικασίας υπηρετεί τις ανάγκες του δήμου με τον πιο διαφανή και συμφέροντα τρόπο. Η απάντηση θα δοθεί μόνο μέσα από πλήρη στοιχεία, συγκρίσεις και θεσμικό έλεγχο — όχι μέσα από πολιτικές καταγγελίες εκατέρωθεν.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας