Επιδοτήσεις χωρίς χωράφια: η ευρωπαϊκή δικαιοσύνη εκθέτει ξανά το ελληνικό κράτος – καταδίκη 57 ατόμων για απάτη

Η υπόθεση δεν αφορά μόνο τις επιδοτήσεις. Αφορά την αξιοπιστία ενός κράτους που εξακολουθεί να δοκιμάζει τα όρια της θεσμικής του αντοχής.

Σύνοψη: Η καταδίκη 57 προσώπων από το Α΄ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, ύστερα από δίωξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, για απάτη σε βάρος του Εθνικού Αποθέματος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δικαστικές εξελίξεις των τελευταίων ετών στον τομέα των κοινοτικών ενισχύσεων.

Σύμφωνα με την EPPO, το δικαστήριο έκρινε ότι υποβλήθηκαν ψευδείς δηλώσεις σχετικά με γεωργικές εκτάσεις στην Καστοριά, οδηγώντας στην αχρεώστητη καταβολή περίπου 1,74 εκατ. ευρώ και στην απόπειρα είσπραξης επιπλέον ποσών. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ασκήσει έφεση για μία αθωωτική κρίση και εξετάζει την πιθανή ποινική ευθύνη δημοσίων λειτουργών που σχετίζονται με τους ελέγχους, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει υπάρξει σχετική δικαστική κρίση.

Η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για τη λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών, την προστασία των ευρωπαϊκών πόρων και τις χρόνιες αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης.

———–

Αναλυτικά…

Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα σατιρίζει μόνη της το ίδιο το κράτος. Δεν χρειάζεται υπερβολή, ούτε λογοτεχνικές μεταφορές. Αρκεί να διαβάσει κανείς την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για να διαπιστώσει πόσο εύθραυστη μπορεί να αποδειχθεί η αξιοπιστία των μηχανισμών που διαχειρίζονται δισεκατομμύρια ευρώ ευρωπαϊκών πόρων.

Η καταδίκη 57 ατόμων από το Α΄ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών για απάτη σε βάρος του Εθνικού Αποθέματος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής δεν είναι μια συνηθισμένη δικαστική υπόθεση. Είναι μια υπόθεση που λειτουργεί ως πολιτικός και θεσμικός καθρέφτης. Και ο καθρέφτης μόνο κολακευτικός δεν είναι.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το δικαστήριο δέχθηκε ότι μεταξύ 2019 και 2022 δηλώθηκαν εκτάσεις στην Καστοριά προκειμένου να εισπραχθούν ενισχύσεις, ενώ η έρευνα κατέληξε πως στις συγκεκριμένες εκτάσεις δεν ασκούνταν οι δηλωμένες γεωργικές δραστηριότητες. Το αποτέλεσμα ήταν η καταβολή σχεδόν 1,74 εκατ. ευρώ κοινοτικών πόρων που δεν έπρεπε να καταβληθούν.

Η εικόνα που περιγράφεται στην ανακοίνωση προκαλεί εύλογο προβληματισμό. Δηλωμένοι βοσκότοποι που, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Αγριελιές σε περιοχές όπου, σύμφωνα με την ίδια την EPPO, οι κλιματολογικές συνθήκες δεν επιτρέπουν την ανάπτυξή τους. Αγροτεμάχια που εμφανίζονται να αποκτούν διαφορετική “ζωή” μόνο όταν προκύπτει ενδιαφέρον για ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.

Και κάπου εκεί γεννιέται το αυτονόητο ερώτημα: πού βρίσκονταν οι μηχανισμοί ελέγχου;

Δεν πρόκειται για ερώτημα που αφορά αποκλειστικά τη συγκεκριμένη υπόθεση. Εδώ και χρόνια, η διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων στην Ελλάδα έχει αποτελέσει αντικείμενο ελέγχων, ευρωπαϊκών παρατηρήσεων και διοικητικών κυρώσεων. Η χώρα έχει βρεθεί επανειλημμένα αντιμέτωπη με δημοσιονομικές διορθώσεις και επιστροφές κονδυλίων λόγω αδυναμιών στους ελέγχους και στις διαδικασίες εφαρμογής της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μεμονωμένο περιστατικό. Είναι πρωτίστως θεσμικό.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν περιορίζεται στις καταδίκες που ήδη εκδόθηκαν. Όπως ανακοίνωσε, εξετάζει την πιθανή ποινική ευθύνη τριών υπαλλήλων του ΟΠΕΚΕΠΕ οι οποίοι φέρονται να πραγματοποίησαν επιτόπιους ελέγχους. Η αξιολόγηση αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν συνιστά διαπίστωση ενοχής. Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη της έρευνας αναδεικνύει ότι οι ευρωπαϊκές αρχές θεωρούν πως υπάρχουν ζητήματα που απαιτούν περαιτέρω διερεύνηση.

Αυτό ακριβώς είναι που εκθέτει περισσότερο το διοικητικό σύστημα.

Γιατί όταν μια υπόθεση φτάνει να ερευνάται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, δεν αρκεί να περιοριστεί κανείς στις δικαστικές αποφάσεις. Οφείλει να εξετάσει και τις πολιτικές ευθύνες. Όχι ποινικές· αυτές ανήκουν αποκλειστικά στα δικαστήρια. Πολιτικές όμως; Αυτές δεν παραγράφονται με μια ανακοίνωση.

Η δημόσια διοίκηση έχει αποστολή να προλαμβάνει τέτοιες υποθέσεις, όχι να τις διαπιστώνει εκ των υστέρων όταν έχουν ήδη καταβληθεί τα χρήματα.

Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία.

Η ελληνική γραφειοκρατία συχνά δυσκολεύει τον πραγματικό παραγωγό με ατελείωτα πιστοποιητικά, διασταυρώσεις, δικαιολογητικά και καθυστερήσεις. Όταν όμως προκύπτουν υποθέσεις που καταλήγουν σε δικαστικές καταδίκες για αχρεώστητες επιδοτήσεις, δημιουργείται εύλογα η εντύπωση ότι η αυστηρότητα του συστήματος δεν εφαρμόζεται πάντοτε εκεί όπου θα έπρεπε.

Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποκτά ολοένα και πιο ενεργό ρόλο στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δημιουργία της αντανακλά ακριβώς την ανάγκη να αντιμετωπίζονται διασυνοριακά ή σύνθετα οικονομικά εγκλήματα που αφορούν ευρωπαϊκούς πόρους, ανεξάρτητα από εθνικές αδυναμίες.

Η συγκεκριμένη υπόθεση στέλνει επίσης ένα ευρύτερο πολιτικό μήνυμα.

Οι κοινοτικές επιδοτήσεις δεν αποτελούν “δωρεάν χρήμα”. Προέρχονται από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους και προορίζονται να στηρίξουν πραγματικούς παραγωγούς, νέους αγρότες και την ανάπτυξη της υπαίθρου. Κάθε ευρώ που καταλήγει αχρεωστήτως στερεί πόρους από εκείνους που πραγματικά τους δικαιούνται.

Η κυβέρνηση, όπως και κάθε δημόσια διοίκηση ανεξαρτήτως πολιτικής περιόδου, οφείλει να απαντήσει με θεσμικές αλλαγές και όχι με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Η κοινωνία δεν ζητά νέες υποσχέσεις περί “μηδενικής ανοχής”. Ζητά αποτελεσματικούς ελέγχους, διαφάνεια, λογοδοσία και μηχανισμούς που λειτουργούν πριν δημιουργηθεί το πρόβλημα και όχι αφού αυτό αποκαλυφθεί από ευρωπαϊκές αρχές.

Διότι κάθε φορά που μια τέτοια υπόθεση φτάνει στις δικαστικές αίθουσες, δεν δοκιμάζεται μόνο η αξιοπιστία ορισμένων προσώπων. Δοκιμάζεται η αξιοπιστία ολόκληρου του κράτους.

Και αυτή είναι μια ζημιά πολύ μεγαλύτερη από τα 1,7 εκατομμύρια ευρώ.

Συνολικά…

Η υπόθεση των καταδικαστικών αποφάσεων για τις γεωργικές επιδοτήσεις δεν αποτελεί μόνο ποινική εξέλιξη. Αποτελεί υπενθύμιση ότι η αποτελεσματική προστασία του δημόσιου και ευρωπαϊκού χρήματος εξαρτάται από θεσμούς που λειτουργούν προληπτικά, ανεξάρτητα και με διαφάνεια.

Οι δικαστικές αποφάσεις αφορούν συγκεκριμένους καταδικασθέντες και παράγουν συγκεκριμένα έννομα αποτελέσματα. Παράλληλα, η συνεχιζόμενη αξιολόγηση πιθανών ευθυνών δημοσίων λειτουργών από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν προδικάζει την έκβασή της και πρέπει να αντιμετωπίζεται με σεβασμό στο τεκμήριο αθωότητας.

Ωστόσο, σε πολιτικό επίπεδο, η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη για ουσιαστική αναμόρφωση των ελεγκτικών μηχανισμών, ενίσχυση της λογοδοσίας και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών. Διότι όταν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναλαμβάνουν να αποκαλύψουν αδυναμίες που θα έπρεπε να είχαν εντοπιστεί εγκαίρως από το ίδιο το κράτος, η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον σε ένα δικαστικό φάκελο. Μετατρέπεται σε ζήτημα ποιότητας της δημοκρατικής διακυβέρνησης και αξιοπιστίας των δημόσιων θεσμών.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας