Ένωση Πληροφορικών Ελλάδας: Ψηφιακά «χρυσά» έργα στους δήμους και βαριές σκιές στη διαχείριση δημόσιου χρήματος

Όταν η ψηφιακή μετάβαση μετατρέπεται σε μηχανισμό υπερκοστολογήσεων, το πρόβλημα δεν είναι η τεχνολογία αλλά η διαχείριση του δημόσιου χρήματος.

Σύνοψη: Η δημόσια παρέμβαση της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας επαναφέρει στο προσκήνιο ένα χρόνιο πρόβλημα των έργων πληροφορικής στην Τοπική Αυτοδιοίκηση: την έλλειψη ουσιαστικού τεχνικού ελέγχου και τη δυσκολία τεκμηρίωσης του πραγματικού κόστους. Με αφορμή τις αποκαλύψεις για την πλατφόρμα City Mobile, τίθενται σοβαρά ζητήματα σχετικά με τους όρους των διαγωνισμών, τη συγκέντρωση των αναθέσεων στον ίδιο ανάδοχο, τις ιδιαίτερα υψηλές δαπάνες και την ελάχιστη αξιοποίηση των εφαρμογών από τους δημότες. Το θέμα υπερβαίνει μια μεμονωμένη σύμβαση και αγγίζει τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζονται δημόσιοι πόροι εκατομμυρίων ευρώ στο όνομα του ψηφιακού μετασχηματισμού, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία και ανεξάρτητο τεχνικό έλεγχο.

———–

Αναλυτικά…

Η ψηφιακή μετάβαση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης παρουσιάστηκε τα τελευταία χρόνια ως η μεγάλη ευκαιρία εκσυγχρονισμού των δήμων. Στην πράξη, όμως, σε αρκετές περιπτώσεις φαίνεται να εξελίσσεται σε μια ανεξάντλητη δεξαμενή δημόσιων δαπανών, όπου οι προϋπολογισμοί διογκώνονται πολύ πιο γρήγορα από το πραγματικό όφελος για τους πολίτες.

Η δημόσια παρέμβαση της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδας, με αφορμή τις αποκαλύψεις για την πλατφόρμα City Mobile, δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαφωνία μεταξύ ειδικών. Είναι μια θεσμική προειδοποίηση που στρέφεται στον πυρήνα της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος και θέτει ερωτήματα που δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Οι πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν δημιουργούν μια εικόνα που δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική. Διαγωνισμοί που, ανεξαρτήτως συμμετοχών, καταλήγουν ουσιαστικά στον ίδιο προμηθευτή. Προϋπολογισμοί που αγγίζουν ή και ξεπερνούν τις 300.000 ευρώ για υπηρεσίες ανάπτυξης, παραμετροποίησης και εκπαίδευσης. Επιπλέον ετήσιες χρεώσεις φιλοξενίας που φθάνουν τις 18.600 ευρώ, παρότι οι τεχνολογικές λύσεις cloud σήμερα προσφέρονται διεθνώς με σημαντικά χαμηλότερο λειτουργικό κόστος για αντίστοιχες εφαρμογές.

Το πιο αποκαρδιωτικό στοιχείο, όμως, είναι άλλο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι ίδιες οι εφαρμογές εμφανίζουν εξαιρετικά χαμηλή αποδοχή από τους πολίτες. Σε αρκετές περιπτώσεις οι λήψεις περιορίζονται σε μονοψήφιους ή διψήφιους αριθμούς, ακόμη και μετά από χρόνια λειτουργίας. Εάν μια ψηφιακή υπηρεσία που χρηματοδοτήθηκε με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ χρησιμοποιείται από ελάχιστους δημότες, τότε το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι πρόβλημα σχεδιασμού, αξιολόγησης και διοίκησης.

Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο πιεστικό επειδή η χώρα έχει επενδύσει τεράστια ποσά στον ψηφιακό μετασχηματισμό μέσω ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων. Η κοινωνία αποδέχθηκε αυτές τις επενδύσεις επειδή υποτίθεται ότι θα βελτίωναν τις υπηρεσίες προς τον πολίτη, θα μείωναν τη γραφειοκρατία και θα εξοικονομούσαν χρήματα. Όχι για να δημιουργούνται έργα βιτρίνας που καταλήγουν να λειτουργούν περισσότερο ως ακριβές προθήκες παρά ως ουσιαστικά εργαλεία καθημερινότητας.

Η Ένωση Πληροφορικών υπενθυμίζει ότι δεν πρόκειται για το πρώτο περιστατικό. Εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία έχει αναδείξει περιπτώσεις υπερκοστολογημένων τεχνικών εργασιών σε δήμους, ακόμη και για υπηρεσίες περιορισμένης τεχνικής δυσκολίας. Το γεγονός ότι παρόμοιες πρακτικές επανέρχονται σε ακόμη μεγαλύτερη κλίμακα δείχνει πως οι παθογένειες όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκαν αλλά φαίνεται να εδραιώθηκαν.

Βεβαίως, η ύπαρξη υψηλού κόστους δεν αποδεικνύει από μόνη της παρανομία. Ούτε η παρουσία ενός μόνο προμηθευτή συνιστά αυτομάτως παραβίαση της νομοθεσίας περί δημοσίων συμβάσεων. Ωστόσο, όταν συνδυάζονται υψηλοί προϋπολογισμοί, περιορισμένος ανταγωνισμός, αμφισβητούμενη χρησιμότητα και σχεδόν ανύπαρκτη χρήση από τους πολίτες, η υποχρέωση της Πολιτείας να διερευνήσει τις υποθέσεις αυτές γίνεται αυτονόητη.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μία εφαρμογή ούτε μία εταιρεία. Είναι το μοντέλο με το οποίο σχεδιάζονται, κοστολογούνται και παραλαμβάνονται τα πληροφοριακά έργα στην Αυτοδιοίκηση. Είναι η απουσία εξειδικευμένων μηχανισμών αξιολόγησης που μπορούν να διαπιστώσουν εάν μια τεχνική προδιαγραφή ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες ή εάν δημιουργείται αποκλειστικά για να ευνοήσει συγκεκριμένες λύσεις.

Η τεχνολογία δεν είναι εχθρός της διαφάνειας. Αντίθετα, μπορεί να αποτελέσει το ισχυρότερο εργαλείο λογοδοσίας. Εκείνο που υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών είναι όταν η ψηφιακή μετάβαση εμφανίζεται ως άλλοθι για δαπάνες που δύσκολα εξηγούνται με τεχνικούς ή οικονομικούς όρους. Και τότε, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην πληροφορική. Αγγίζει την ίδια την αξιοπιστία της δημόσιας διοίκησης.

Συνολικά…

Η υπόθεση των ψηφιακών προμηθειών στους δήμους δεν μπορεί να κλείσει με αλληλοδιαψεύσεις ή γενικές διαβεβαιώσεις περί νομιμότητας. Απαιτεί πλήρη δημοσιοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών, των μελετών σκοπιμότητας, των πραγματικών στοιχείων χρήσης των εφαρμογών και των αναλυτικών κοστολογίων. Παράλληλα, οι αρμόδιοι ελεγκτικοί θεσμοί οφείλουν να εξετάσουν εάν οι δημόσιες συμβάσεις εξυπηρέτησαν πράγματι το δημόσιο συμφέρον και εάν τηρήθηκαν οι αρχές του υγιούς ανταγωνισμού και της χρηστής διοίκησης. Η ψηφιακή Ελλάδα δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε έργα που γεννούν περισσότερα ερωτήματα από όσα λύνουν. Κάθε ευρώ που δαπανάται από τον κρατικό και δημοτικό προϋπολογισμό πρέπει να αποδίδει μετρήσιμο όφελος στους πολίτες και όχι να αφήνει πίσω του σκιές, αμφιβολίες και εύλογη δυσπιστία.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας