Σύνοψη: Η συζήτηση για νέες φορολογικές παρεμβάσεις από πρόσωπα που κινούνται στον πολιτικό χώρο του Αλέξη Τσίπρα επαναφέρει ένα γνώριμο μοτίβο: υψηλή φορολογία, εύκολες υποσχέσεις και εξαγγελίες που παρουσιάζονται ως κοινωνική δικαιοσύνη. Το αφήγημα της επιβάρυνσης του «μεγάλου πλούτου» επιστρέφει με νέες διατυπώσεις αλλά με παλιές συνταγές.
Το πολιτικό ερώτημα δεν αφορά μόνο τη φορολόγηση πολυτελών αγαθών, μερισμάτων ή περιουσιακών στοιχείων. Αγγίζει τη βαθύτερη φιλοσοφία πίσω από αυτές τις προτάσεις: αν η ανάπτυξη μπορεί να προκύψει από την αναδιανομή υπαρχόντων πόρων χωρίς παραγωγή νέου πλούτου.
Η εμπειρία της περιόδου 2015–2019 παραμένει νωπή στη συλλογική μνήμη. Οι πολίτες θυμούνται αυξημένους φόρους, υψηλές ασφαλιστικές εισφορές, οικονομική αβεβαιότητα και ένα πολιτικό αφήγημα που υποσχέθηκε ανατροπές αλλά κατέληξε σε δύσκολες δημοσιονομικές επιλογές. Το ερώτημα σήμερα είναι αν επιστρέφει η ίδια πολιτική λογική με διαφορετικό περιτύλιγμα.
————–
Αναλυτικά…
Υπάρχουν πολιτικές εμμονές που δεν πεθαίνουν ποτέ. Αλλάζουν λογότυπο, φορούν νέο κοστούμι, βαφτίζονται «επανεκκίνηση», «προοδευτική συμμαχία», «νέα κοινωνική πρόταση», και επιστρέφουν σχεδόν με θρησκευτική προσήλωση στις ίδιες αποτυχημένες συνταγές. Και κάπου εκεί επανεμφανίζεται η παλιά, γνώριμη πολιτική εμμονή: η φορολόγηση ως εργαλείο πολιτικής σωτηρίας.
γράφει ο “Επίκουρος ο Αναμοχλεύς”
Ενώ ο Αλέξης Τσίπρας και ο πολιτικός χώρος που τον ανέδειξε έχουν συνδεθεί από μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης με μία από τις πιο σκληρές περιόδους φορολογικής επιβάρυνσης των τελευταίων δεκαετιών, θα περίμενε κανείς περισσότερη προσοχή στις δημόσιες τοποθετήσεις περί νέων φόρων. Αντί γι’ αυτό, παρατηρείται ένα ιδιότυπο πολιτικό φαινόμενο: ένας διαγωνισμός προτάσεων για το ποιος θα ανακαλύψει περισσότερες φορολογικές δεξαμενές.
Πισίνες, μεγάλα αυτοκίνητα, σκάφη, μερίσματα, περιουσιακά στοιχεία. Οι κατηγορίες ανοίγουν διαρκώς. Τα ποσά εμφανίζονται σχεδόν μαγικά. Εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ υπόσχονται ορισμένα στελέχη ότι θα καταλήξουν στα κρατικά ταμεία. Χωρίς πλήρη κοστολόγηση, χωρίς ανάλυση φορολογικής συμπεριφοράς, χωρίς αξιολόγηση πιθανών επιπτώσεων.
Είναι μια παλιά πολιτική συνταγή: δημιουργείς έναν «εύκολο αντίπαλο», τον βαφτίζεις «μεγάλο πλούτο» και παρουσιάζεις την ανακατανομή ως αυτονόητη λύση. Το πρόβλημα είναι ότι η πραγματικότητα συνήθως λειτουργεί πιο αδυσώπητα από τα τηλεοπτικά πάνελ.
Η ιστορία άλλωστε υπάρχει για να θυμίζει. Το 2015 χτίστηκε μια πολιτική αφήγηση που υποσχέθηκε κατάργηση μνημονίων, σεισάχθεια, κατάργηση ΕΝΦΙΑ και ανατροπή της οικονομικής πραγματικότητας. Η σύγκρουση παρουσιάστηκε σχεδόν ως επαναστατικό εγχείρημα. Το περίφημο «θα βαράμε το νταούλι και οι αγορές θα χορεύουν» εξελίχθηκε σε σύνθημα μιας εποχής.
Η συνέχεια είναι γνωστή. Δημοψήφισμα, κεφαλαιακοί έλεγχοι, αβεβαιότητα, ύφεση, τραπεζική πίεση και μια σειρά δημοσιονομικών μέτρων που επιβάρυναν κυρίως όσους βρίσκονταν στη μέση της κοινωνικής πυραμίδας.
Η μεγάλη ειρωνεία εκείνης της περιόδου βρίσκεται ακριβώς εδώ. Η πολιτική ρητορική στόχευε τους ισχυρούς, όμως ο λογαριασμός έφτασε αλλού. Στους μισθωτούς. Στους ελεύθερους επαγγελματίες. Στις μικρές επιχειρήσεις. Στη μεσαία τάξη που βρέθηκε να πληρώνει ολοένα περισσότερα.
Ακόμη και σήμερα οι εικόνες παραμένουν χαραγμένες στη δημόσια μνήμη. Ουρές έξω από τράπεζες. Συνταξιούχοι μπροστά στα ΑΤΜ. Επιχειρήσεις που πάγωσαν επενδυτικά σχέδια. Νέοι επιστήμονες που αναζήτησαν διέξοδο στο εξωτερικό.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η δημόσια αναφορά του πρώην προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ότι είχε προταθεί διαφορετική κατανομή φορολογικών βαρών κατά την κρίσιμη περίοδο των διαπραγματεύσεων. Μια αναφορά που αναζωπύρωσε πολιτικές συζητήσεις και ερωτήματα γύρω από τις πραγματικές επιλογές που έγιναν.
Σήμερα, όμως, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο δεν είναι η επιστροφή της ίδιας ρητορικής. Είναι η απουσία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου παραγωγής νέου πλούτου.
Διότι η οικονομία δεν λειτουργεί σαν λογιστική αφαίρεση. Δεν αρκεί να δηλώσεις ότι θα πάρεις περισσότερα από κάποιους για να δημιουργήσεις ευημερία για όλους. Η ανάπτυξη απαιτεί επενδύσεις, παραγωγικότητα, επιχειρηματικότητα, αύξηση εισοδημάτων και σταθερό περιβάλλον.
Η διαρκής δαιμονοποίηση της αγοράς δημιουργεί συχνά ένα παράδοξο αποτέλεσμα: διώχνει ακριβώς τις δυνάμεις που παράγουν θέσεις εργασίας και εισόδημα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό ερώτημα που αρχίζει να γίνεται ολοένα πιο πιεστικό: επιστρέφει ένα μοντέλο που δοκιμάστηκε και απέτυχε ή πρόκειται για μια ουσιαστικά διαφορετική πρόταση που ακόμη δεν έχει παρουσιαστεί;
Οι πολίτες ίσως έχουν περισσότερη εμπειρία σήμερα από όση είχαν πριν από έντεκα χρόνια. Και οι πολιτικές αναμνήσεις έχουν μια ιδιότητα: όταν συνδέονται με άδειους τραπεζικούς λογαριασμούς και βαριά εκκαθαριστικά, δύσκολα διαγράφονται.
Συνολικά….
Η δημόσια συζήτηση για τη φορολογία δεν μπορεί να περιορίζεται σε εύκολες εξαγγελίες και αριθμούς που εμφανίζονται χωρίς σαφή τεκμηρίωση. Η οικονομική πολιτική κρίνεται τελικά όχι από τις τηλεοπτικές ατάκες αλλά από το πραγματικό αποτύπωμα στην κοινωνία και την παραγωγή.
Το βασικό δίλημμα παραμένει αμετάβλητο: θα στηριχθεί η ανάπτυξη στη δημιουργία νέου πλούτου ή στη συνεχή αναδιανομή ενός περιορισμένου οικονομικού χώρου; Η ιστορική εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας εξακολουθεί να λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος της κοινωνίας.
Οι πολίτες θυμούνται ότι οι οικονομικές υποσχέσεις δεν κρίνονται τη στιγμή που εκφωνούνται αλλά τη στιγμή που εφαρμόζονται. Και σε μια χώρα που πέρασε κρίση, μνημόνια, φορολογική πίεση και μακρά περίοδο αβεβαιότητας, κάθε επιστροφή σε πολιτικές που θυμίζουν παρελθόν προκαλεί αναπόφευκτα δυσπιστία.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι ποιος υπόσχεται περισσότερα. Είναι ποιος μπορεί να αποδείξει ότι έμαθε από τα λάθη του παρελθόντος.





