Σύνοψη: Η εξάρθρωση δύο αλληλένδετων εγκληματικών οργανώσεων από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής ανέδειξε τη νέα μορφή οργανωμένου εγκλήματος που αναπτύσσεται στην Αττική και τη Βοιωτία. Οι οργανώσεις δραστηριοποιούνταν στις κλοπές οχημάτων, στη διακίνηση ναρκωτικών και σε εκβιασμούς, ενώ η επιχειρησιακή τους λειτουργία παρέπεμπε σε αυστηρά δομημένη εγκληματική «ιεραρχία».
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί το γεγονός ότι δύο εκ των αρχηγικών στελεχών καθοδηγούσαν τη δράση μέσα από σωφρονιστικό κατάστημα, δίνοντας εντολές μέσω υπαρχηγών. Παράλληλα, οι αρχές εντόπισαν σημαντικές ποσότητες κάνναβης και κοκαΐνης, όπλα, εκρηκτικό μηχανισμό, εξοπλισμό αντιγραφής κλειδιών και δεκάδες κινητά τηλέφωνα.
Η υπόθεση αποτυπώνει τη στενή διασύνδεση διαφορετικών μορφών εγκληματικότητας και επιβεβαιώνει ότι οι φυλακές εξακολουθούν να λειτουργούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ως κέντρα επιχειρησιακού συντονισμού οργανωμένων κυκλωμάτων.
———
Αναλυτικά…
Η μεγάλη αστυνομική επιχείρηση της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής της Γ.Α.Δ.Α. για την εξάρθρωση δύο αλληλένδετων εγκληματικών οργανώσεων σε Αττική και Βοιωτία φέρνει στο προσκήνιο μία από τις πλέον σύνθετες μορφές οργανωμένου εγκλήματος που έχουν καταγραφεί το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα. Η υπόθεση δεν αφορά απλώς ένα κύκλωμα κλοπών οχημάτων ή μία ομάδα διακίνησης ναρκωτικών. Αποκαλύπτει τη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου εγκληματικού μηχανισμού με διασυνδέσεις, ιεραρχία, επιχειρησιακό σχεδιασμό και οικονομική δομή.
Η αστυνομική επιχείρηση οδήγησε στη σύλληψη 18 ατόμων ηλικίας από 18 έως 40 ετών, ενώ έχουν ήδη ταυτοποιηθεί και αναζητούνται ακόμη τρία μέλη. Παράλληλα, τρία ακόμη πρόσωπα βρίσκονται ήδη έγκλειστα σε καταστήματα κράτησης, με δύο από αυτούς να εμφανίζονται ως αρχηγικά στελέχη της οργάνωσης. Το στοιχείο αυτό προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό, καθώς επιβεβαιώνει ότι τμήματα του οργανωμένου εγκλήματος συνεχίζουν να λειτουργούν και να συντονίζονται ακόμη και μέσα από το σωφρονιστικό σύστημα.

Η πρώτη εγκληματική οργάνωση είχε αναπτύξει δράση κυρίως στις κλοπές οχημάτων στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Σύμφωνα με τα στοιχεία της προανάκρισης, οι εντολές μεταφέρονταν από τους φυλακισμένους αρχηγούς προς τους υπαρχηγούς και στη συνέχεια στους φυσικούς αυτουργούς, οι οποίοι πραγματοποιούσαν τις κλοπές με οργανωμένο σχέδιο και σαφή καταμερισμό ρόλων.
Η μεθοδολογία δράσης δείχνει επαγγελματική οργάνωση. Τα μέλη χρησιμοποιούσαν ενοικιαζόμενα οχήματα για να προσεγγίζουν τους στόχους, ενώ τα κλεμμένα αυτοκίνητα μεταφέρονταν και αποκρύπτονταν σε σπίτια ή άλλους ασφαλείς χώρους που παρείχαν συνεργάτες της οργάνωσης. Ιδιαίτερη σημασία έχει η εμπλοκή επαγγελματία κλειθροποιού, ο οποίος φέρεται να παρείχε τεχνογνωσία για την κατασκευή και αντιγραφή κλειδιών, αποδεικνύοντας ότι τα κυκλώματα πλέον αξιοποιούν εξειδικευμένες γνώσεις και τεχνολογικά μέσα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική της μεθοδολογίας εκβιασμού ήταν η περίπτωση κατά την οποία τα μέλη της οργάνωσης «επέστρεψαν» κλεμμένο όχημα στον ιδιοκτήτη του, αφού προηγουμένως απαίτησαν χρηματικό αντάλλαγμα. Πρόκειται για πρακτική που παραπέμπει σε οργανωμένα κυκλώματα «λύτρων» αυτοκινήτων, ένα φαινόμενο που έχει εμφανιστεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια σε περιοχές της Αττικής.
Η δεύτερη εγκληματική οργάνωση είχε επίκεντρο τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στη Βοιωτία, με βασικό πυρήνα τη Θήβα. Επικεφαλής εμφανίζεται 31χρονος αλλοδαπός, ο οποίος διατηρούσε παράλληλη συμμετοχή και στην πρώτη εγκληματική ομάδα, επιβεβαιώνοντας την αλληλοσύνδεση των δύο δικτύων.
Οι αρχές περιγράφουν ένα αυστηρά ελεγχόμενο σύστημα διακίνησης. Τα ναρκωτικά αποθηκεύονταν σε οικία στη Θήβα, όπου γινόταν η συσκευασία και η διανομή. Η κατοικία φυλασσόταν επί 24ώρου βάσεως από μέλη της οργάνωσης, ενώ οι διακινητές δεν πραγματοποιούσαν καμία συναλλαγή χωρίς προηγούμενη έγκριση του αρχηγού. Ο ίδιος καθόριζε τις τιμές πώλησης, τα σημεία συνάντησης και ακόμη και τον τρόπο πληρωμής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η χρήση του διατραπεζικού συστήματος IRIS για τη μεταφορά χρημάτων. Σύμφωνα με την αστυνομία, τα έσοδα διοχετεύονταν σε τραπεζικό λογαριασμό γυναίκας που λειτουργούσε ως «ταμίας» του κυκλώματος. Η πρακτική αυτή καταδεικνύει ότι οι εγκληματικές οργανώσεις επιχειρούν να αξιοποιήσουν ακόμη και σύγχρονα ψηφιακά χρηματοοικονομικά εργαλεία ώστε να δυσκολεύουν τον εντοπισμό των παράνομων συναλλαγών.
Τα ευρήματα των ερευνών αποτυπώνουν το εύρος της δραστηριότητας. Οι αστυνομικοί εντόπισαν περισσότερα από 20 κιλά ακατέργαστης κάνναβης, πάνω από ένα κιλό κατεργασμένης κάνναβης τύπου «σοκολάτα», 805 γραμμάρια κοκαΐνης, πυροβόλο όπλο, φυσίγγια, αυτοσχέδιο εκρηκτικό μηχανισμό, μαχαίρια, τέιζερ και μεταλλικό ρόπαλο. Παράλληλα, βρέθηκαν δεκάδες κινητά τηλέφωνα και κάρτες SIM, στοιχείο που παραπέμπει σε προσπάθεια διαρκούς αλλαγής επικοινωνιακών μέσων για αποφυγή παρακολουθήσεων.
Η υπόθεση φωτίζει και μία ακόμη διάσταση: τη συγγενική ή κοινωνική συνοχή πολλών μελών των οργανώσεων. Σύμφωνα με την αστυνομία, αρκετοί από τους εμπλεκομένους συνδέονταν μεταξύ τους με οικογενειακούς δεσμούς, στοιχείο που ενισχύει τη συνοχή, τη μυστικότητα και την αφοσίωση στο εσωτερικό του κυκλώματος.
Παράλληλα, η εξάρθρωση των οργανώσεων επιβεβαιώνει τη μετατόπιση του οργανωμένου εγκλήματος προς πιο «υβριδικά» μοντέλα δράσης. Δεν πρόκειται πλέον για απομονωμένες ομάδες που δραστηριοποιούνται σε έναν μόνο τομέα παρανομίας. Αντιθέτως, διαπιστώνεται διασύνδεση κλοπών, ναρκωτικών, εκβιάσεων, νομιμοποίησης εσόδων και χρήσης τεχνολογικών εργαλείων.
Μέχρι στιγμής έχουν εξιχνιαστεί 12 περιπτώσεις κλοπών και εκβίασης σε περιοχές όπως ο Άλιμος, το Περιστέρι, το Αιγάλεω, η Αγία Βαρβάρα, η Νίκαια και τα Πατήσια. Ωστόσο, οι αρχές εκτιμούν ότι η πραγματική έκταση της δράσης ενδέχεται να είναι σημαντικά μεγαλύτερη, καθώς η έρευνα συνεχίζεται.
Συνολικά…
Η συγκεκριμένη υπόθεση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας πραγματικότητας του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα. Οι εγκληματικές οργανώσεις εμφανίζονται πλέον περισσότερο δομημένες, τεχνολογικά προσαρμοσμένες και πολυδραστήριες, ενώ αξιοποιούν ακόμη και τις φυλακές ως σημεία διοίκησης και συντονισμού.
Η σύνδεση κλοπών οχημάτων, διακίνησης ναρκωτικών, εκβιάσεων και οικονομικής νομιμοποίησης παράνομων εσόδων αποκαλύπτει ένα σύνθετο δίκτυο που λειτουργεί με όρους επιχειρησιακής πειθαρχίας. Παράλληλα, η χρήση ψηφιακών πληρωμών, η στρατολόγηση ειδικών όπως κλειθροποιοί και η αξιοποίηση συγγενικών δεσμών δείχνουν ότι το οργανωμένο έγκλημα μετασχηματίζεται και αποκτά μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.
Η επιτυχία της ΕΛ.ΑΣ. θεωρείται σημαντική, ωστόσο η υπόθεση αναδεικνύει και τις διαχρονικές αδυναμίες του σωφρονιστικού και ελεγκτικού μηχανισμού. Το βασικό ζητούμενο πλέον δεν είναι μόνο η σύλληψη των δραστών, αλλά και η αποδόμηση των δομών που επιτρέπουν σε τέτοιου τύπου εγκληματικά δίκτυα να ανασυγκροτούνται και να επεκτείνονται.
———–
Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.
Από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής/Δ.Δ.Ε.Ε.Α./Γ.Α.Δ.Α. εξαρθρώθηκε δίκτυο -2- εγκληματικών οργανώσεων -24- μελών με αλληλένδετη εγκληματική δράση στις κλοπές οχημάτων και τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε Αττική και Βοιωτία
Μία εκ’ των εγκληματικών οργανώσεων «διοικούνταν» από -2- έγκλειστους σε Κατάστημα Κράτησης της χώρας, με την υποβοήθηση -2- υπαρχηγών
Σε μία περίπτωση οι δράστες «επέστρεψαν» το όχημα στον ιδιοκτήτη του με την καταβολή αντιτίμου
Η Εγκληματική οργάνωση είχε στρατολογήσει και επαγγελματία κλειθροποιό, ο οποίος παρείχε εξειδικευμένες γνώσεις και υποστήριξη για την κατασκευή κλειδιών
Κατασχέθηκε, μεταξύ άλλων, αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός, -20- κιλά και -610- γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης, -1- κιλό και -144- γραμμ. κατεργασμένη κάνναβη (σοκολάτα), -805- γραμμάρια κοκαΐνης, πυροβόλο όπλο και φυσίγγια
Από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής/Δ.Δ.Ε.Ε.Α./Γ.Α.Δ.Α εξαρθρώθηκε δίκτυο -2- εγκληματικών οργανώσεων, αποτελούμενο από -24- μέλη, με αλληλένδετη εγκληματική δράση, οι οποίες δραστηριοποιούνταν στις κλοπές οχημάτων και τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών σε Αττική και Βοιωτία, αντίστοιχα.
Ειδικότερα, πραγματοποιήθηκε ευρείας κλίμακας επιχείρηση που σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από την Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής/Δ.Δ.Ε.Ε.Α./Γ.Α.Δ.Α., με τη συνδρομή αστυνομικών των Τμημάτων Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Αγίας Βαρβάρας, Ασπροπύργου, Ζεφυρίου, Φυλής, Μεγαρέων, Μάνδρας και Θήβας, των Υποδιευθύνσεων Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Βορειοανατολικής, Νοτιοανατολικής Αττικής και Αθηνών και αστυνομικών της Ο.Π.Κ.Ε..
Παράλληλα, πραγματοποιήθηκε αστυνομική επιχείρηση σε Κατάστημα Κράτησης της Χώρας από αστυνομικούς της Ε.Κ.Α.Μ. και της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.
Στο πλαίσιο αυτό συνελήφθησαν -18- μέλη των εγκληματικών οργανώσεων ηλικίας 18, 19, 22, 24, 25, 26, 28, 31, 32, 33, 35, 37 και 40 ετών, μεταξύ των οποίων ο αρχηγός και οι υπαρχηγοί.
Έχουν ταυτοποιηθεί και αναζητούνται ακόμη τρία μέλη, ενώ τρία άτομα είναι έγκλειστοι Καταστημάτων Κράτησης της Χώρας, εκ των οποίων -2- τυγχάνουν αρχηγικά μέλη εγκληματικής οργάνωσης.
Σε βάρος των ανωτέρω σχηματίστηκε δικογραφία για -κατά περίπτωση- σύσταση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένες κλοπές κατ’ εξακολούθηση και κατά συναυτουργία, τετελεσμένες και σε απόπειρα, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με προσδοκώμενο όφελος που υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των -75.000- ευρώ, νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, παραβάσεις των νομοθεσιών περί όπλων, τελωνειακού κώδικα και εξαρτησιογόνων ουσιών, παραβάσεις σχετικά με τις εκρηκτικές ύλες, μαστροπεία, απείθεια και εκβίαση.
Σημειώνεται ότι τα μέλη των εγκληματικών οργανώσεων συνεργάζονταν σε όλα τα στάδια της εγκληματικής τους δραστηριότητας, ενώ πολλοί εξ’ αυτών διατηρούσαν συγγενικές σχέσεις μεταξύ τους.
Από την ενδελεχή προανακριτική έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής/Δ.Δ.Ε.Ε.Α./Γ.Α.Δ.Α. προέκυψε η δραστηριοποίηση δύο εγκληματικών οργανώσεων με παράλληλη και αλληλένδετη δράση, με βάση την ευρύτερη περιοχή της Βοιωτίας, των οποίων η δράση χρονολογείται από τις αρχές Φεβρουαρίου τρέχοντος έτους.
1η εγκληματική οργάνωση:
Την εν λόγω εγκληματική οργάνωση, η οποία δραστηριοποιούνταν στην τέλεση κλοπών οχημάτων στο λεκανοπέδιο της Αττικής, διεύθυναν -2- έγκλειστοι σε Κατάστημα Κράτησης της Χώρας, υποβοηθούμενοι από -2- υπαρχηγούς στους οποίους μετέφεραν τις εντολές που αφορούσαν την ανάπτυξη των εγκληματικών δραστηριοτήτων της οργάνωσης.
Οι εντολές αυτές στη συνέχεια μεταφέρονταν από τους υπαρχηγούς στους φυσικούς αυτουργούς, οι οποίοι εκτελούσαν πιστά και απαρέγκλιτα το επιχειρησιακό σχέδιο, προβαίνοντας στην αφαίρεση των οχημάτων.
Ως προς τον τρόπο δράσης, οι δράστες προσέγγιζαν τα σημεία των κλοπών με οχήματα που μίσθωνε έτερο μέλος και στη συνέχεια τα κλεμμένα οχήματα αποκρύπτονταν σε χώρους (οικίες) που παραχωρούσαν τα μέλη της οργάνωσης, μεταξύ των οποίων και έγκλειστος σε Κατάστημα Κράτησης της Χώρας.
Η εγκληματική οργάνωση είχε στρατολογήσει και επαγγελματία κλειθροποιό, ο οποίος παρείχε εξειδικευμένες γνώσεις και υποστήριξη για την κατασκευή κλειδιών.
Ενδεικτικό της θρασύτητας της δράσης της οργάνωσης, αποτελεί το γεγονός ότι σε μία περίπτωση τα μέλη της «επέστρεψαν» στον ιδιοκτήτη το όχημά του, αφού πρώτα απαίτησαν και εισέπραξαν χρηματικό ποσό από αυτόν.
2η εγκληματική οργάνωση:
Η συγκεκριμένη εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν στη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών στην ευρύτερη περιοχή της Βοιωτίας, είχε ως αρχηγικό μέλος 31χρονο αλλοδαπό, ο οποίος παράλληλα δραστηριοποιούνταν και στην προαναφερθείσα εγκληματική οργάνωση, όπως και έτερα μέλη της.
Ο αρχηγός ασκούσε τον πλήρη έλεγχο στις δραστηριότητες της εγκληματικής οργάνωσης, δίνοντας εντολές και χαράσσοντας την επιχειρησιακή στρατηγική της.
Στο εσωτερικό οικίας στην περιοχή της Θήβας, όπου αποθηκεύονταν οι ναρκωτικές ουσίες, ο αρχηγός συσκεύαζε τα προς πώληση «πακέτα» τα οποία διοχέτευε στους βοηθούς – διακινητές που ήταν επιφορτισμένοι με την διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών και τις συναντήσεις με τους πελάτες, τις οποίες επίσης κανόνιζε ο αρχηγός, με τόπο συνάντησης συνήθως την ανωτέρω οικία.
Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των ναρκωτικών ουσιών, η οικία φυλασσόταν από μέλη της οργάνωσης καθ’ όλο το 24ωρο.
Οι βοηθοί – διακινητές ακολουθούσαν κατά γράμμα τις εντολές του αρχηγού και δεν πραγματοποιούσαν συναλλαγή, εάν γι’ αυτή δεν ήταν προηγουμένως ενήμερος αυτός.
Επιπλέον, εκείνος ήταν που όριζε τόσο την τιμή πώλησης των συσκευασμένων ναρκωτικών, όσο και τον τρόπο πληρωμής, επιλέγοντας αυτή να πραγματοποιείται μέσω εμβασμάτων στο διατραπεζικό σύστημα IRIS, σε τραπεζικό λογαριασμό γυναίκας με την οποία διατηρούσε σχέση και η οποία είχε ρόλο ταμία.
Ακόμα, όπως προέκυψε από την έρευνα η εγκληματική οργάνωση προμηθευόταν τις ναρκωτικές ουσίες από μέλη της που διέμεναν σε περιοχές της Αττικής.
Από έρευνες στις οικίες των κατηγορουμένων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:
- αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός αποτελούμενος από πυροκροτητή, ποσότητα εκρηκτικής ύλης και φυτίλι,
- -30- νάιλον συσκευασίες περιέχουσες -20- κιλά και -610- γραμμάρια ακατέργαστης κάνναβης,
- -1- κιλό και -144- γραμμ. κατεργασμένη κάνναβη (σοκολάτα),
- -11- νάιλον συσκευασίες περιέχουσες -805- γραμμάρια κοκαΐνης,
- πυροβόλο όπλο,
- -67- φυσίγγια,
- κάρτες SIM,
- -25- συσκευές κινητών τηλεφώνων,
- φορητή συσκευή ανέπαφης αντιγραφής κλειδιών,
- -7- μαχαίρια,
- συσκευή ηλεκτρικής εκκένωσης (τέιζερ),
- μεταλλικό ρόπαλο,
- χρυσαφικά,
- -2- σιδερογροθιές,
- ρουχισμός,
- -7- τρίφτες και
- -7- ηλεκτρονικές ζυγαριές ακριβείας.
Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε κελιά Καταστήματος Κράτησης της Χώρας όπου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν κινητά τηλέφωνα, κάρτες SIM και χειρόγραφες σημειώσεις που σχετίζονται με την εγκληματική δραστηριότητα των οργανώσεων.
Επιπλέον, εντοπίστηκε φορτηγό όχημα για το οποίο είχε δηλωθεί κλοπή την 3-2-2026 από την περιοχή της Ηλιούπολης, το οποίο αποδόθηκε στον ιδιοκτήτη του.
Ακόμα, κατασχέθηκαν -11- οχήματα, τα οποία οι δράστες χρησιμοποιούσαν για την τέλεση των εγκληματικών τους πράξεων.
Από την έως τώρα προανακριτική έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Δυτικής Αττικής/Δ.Δ.Ε.Ε.Α./Γ.Α.Δ.Α, έχουν εξιχνιαστεί -12- περιπτώσεις κλοπών οχημάτων και Εκβίασης σε Άλιμο, Περιστέρι, Αιγάλεω, Αγία Βαρβάρα, Νίκαια και Πατήσια.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα.




