Δυτική Αττική: Εξάρθρωση κυκλώματος απατών εκατομμυρίων ευρώ με ψεύτικους υπαλλήλους ΔΕΔΔΗΕ – 10 συλλήψεις

Η νέα γενιά τηλεφωνικών απατών δείχνει τη μετάβαση του οργανωμένου εγκλήματος σε πιο επαγγελματικές και τεχνολογικά οργανωμένες μορφές δράσης.

Σύνοψη: Σημαντικό πλήγμα σε οργανωμένο κύκλωμα τηλεφωνικών απατών πέτυχε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, μετά τον εντοπισμό παράνομου «τηλεφωνικού κέντρου» στη Δυτική Αττική. Τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης παρουσιαζόταν ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές και κατάφερναν να εξαπατούν πολίτες, αποσπώντας χρήματα και τιμαλφή με διάφορα προσχήματα. Οι Αρχές προχώρησαν σε 10 συλλήψεις, ενώ εξιχνιάστηκαν ήδη 58 περιπτώσεις με παράνομο όφελος περίπου 2 εκατ. ευρώ. Η υπόθεση αναδεικνύει τη ραγδαία εξέλιξη των τηλεφωνικών απατών στην Ελλάδα, αλλά και τη δυσκολία εντοπισμού οργανωμένων κυκλωμάτων που χρησιμοποιούν συνεχώς νέες τεχνικές συγκάλυψης και παραπλάνησης.

————-

Αναλυτικά…

Ένα από τα πλέον οργανωμένα κυκλώματα τηλεφωνικής εξαπάτησης των τελευταίων ετών εξάρθρωσε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, αποκαλύπτοντας τον τρόπο με τον οποίο εγκληματικές οργανώσεις αξιοποιούν πλέον δομές που θυμίζουν πραγματικά επιχειρησιακά κέντρα για να εξαπατούν πολίτες και να αποκομίζουν τεράστια οικονομικά οφέλη.

Η αστυνομική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε στις 22 Μαΐου 2026 στη Δυτική Αττική αποκάλυψε τη λειτουργία πλήρως οργανωμένου «τηλεφωνικού κέντρου», μέσα από το οποίο τα μέλη της οργάνωσης επικοινωνούσαν καθημερινά με ανυποψίαστους πολίτες σε διάφορες περιοχές της χώρας. Οι δράστες παρουσιάζονταν είτε ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ είτε ως λογιστές, αξιοποιώντας τον φόβο, τη σύγχυση και την ανασφάλεια των θυμάτων απέναντι σε οικονομικά ή τεχνικά ζητήματα.

Η έρευνα της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων οδήγησε στη σύλληψη δέκα ατόμων, ανάμεσά τους τα αρχηγικά στελέχη της οργάνωσης, τηλεφωνητές αλλά και άτομα που προμήθευαν το κύκλωμα με κάρτες κινητής τηλεφωνίας. Οι Αρχές διαπίστωσαν ότι υπήρχε αυστηρή ιεραρχική δομή, καταμερισμός ρόλων και συνεχής επιχειρησιακός συντονισμός.

Η οργάνωση φέρεται να δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 2025 και είχε αναπτύξει ιδιαίτερα εξελιγμένη μεθοδολογία. Οι τηλεφωνητές χρησιμοποιούσαν στοιχεία πολιτών από δημόσιους τηλεφωνικούς καταλόγους και πραγματοποιούσαν μαζικές κλήσεις. Με πειστικό τρόπο ενημέρωναν τα θύματα για δήθεν εκκρεμότητες στην εφορία, κινδύνους διαρροής ηλεκτρικής ενέργειας ή ανάγκη «ασφάλισης» χρημάτων και τιμαλφών.

Σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως ηλικιωμένοι πολίτες πείθονταν να αφήσουν χρήματα, κοσμήματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα έξω από τα σπίτια τους ή να τα παραδώσουν για υποτιθέμενη καταγραφή και εκτίμηση. Στη συνέχεια, άλλα μέλη της οργάνωσης αναλάμβαναν την παραλαβή των χρημάτων και εξαφανίζονταν πριν τα θύματα αντιληφθούν την απάτη.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος προστασίας του κυκλώματος από πιθανή αστυνομική έρευνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, τα «τηλεφωνικά κέντρα» άλλαζαν συχνά τοποθεσία, ενώ χρησιμοποιούνταν συνεχώς νέες συνδέσεις και συσκευές κινητής τηλεφωνίας. Παράλληλα, οι χώροι λειτουργίας διέθεταν κάμερες και ρολά ασφαλείας, επιτρέποντας στα μέλη να εντοπίζουν έγκαιρα τυχόν παρουσία αστυνομικών δυνάμεων.

Οι αστυνομικοί εντόπισαν και κατέσχεσαν δεκάδες κάρτες SIM, κινητά τηλέφωνα, μετρητά, κοσμήματα, ρολόγια μεγάλης αξίας, καθώς και δύο αυτοκίνητα που φέρονται να χρησιμοποιούνταν στις μετακινήσεις των μελών της οργάνωσης. Η ύπαρξη ζυγαριάς ακριβείας εξετάζεται από τις Αρχές, καθώς ερευνάται εάν υπήρχε διασύνδεση και με άλλες παράνομες δραστηριότητες.

Μέχρι στιγμής έχουν εξιχνιαστεί 58 περιπτώσεις απάτης, με το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος να προσεγγίζει τα 2 εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, οι εκτιμήσεις των διωκτικών αρχών κάνουν λόγο για πολύ μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων, καθώς πολλές υποθέσεις τηλεφωνικής εξαπάτησης δεν καταγγέλλονται ποτέ είτε λόγω φόβου είτε λόγω ντροπής των θυμάτων.

Το φαινόμενο των τηλεφωνικών απατών εμφανίζει αυξητική τάση τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, με τις εγκληματικές οργανώσεις να προσαρμόζονται διαρκώς στις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Η επίκληση γνωστών οργανισμών, όπως ο ΔΕΔΔΗΕ, τράπεζες, λογιστικά γραφεία ή δημόσιες υπηρεσίες, αποτελεί πλέον βασικό εργαλείο εξαπάτησης, καθώς δημιουργεί αίσθηση αξιοπιστίας και επείγοντος.

Οι Αρχές απευθύνουν συνεχείς συστάσεις προς τους πολίτες να μην παραδίδουν ποτέ χρήματα ή τιμαλφή σε αγνώστους, να διασταυρώνουν κάθε πληροφορία με επίσημες υπηρεσίες και να ενημερώνουν άμεσα την Αστυνομία για ύποπτες τηλεφωνικές επικοινωνίες.

Συνολικά…

Η εξάρθρωση της συγκεκριμένης εγκληματικής οργάνωσης αποτυπώνει τη μεταμόρφωση του οργανωμένου εγκλήματος σε ένα πιο σύνθετο, τεχνολογικά προσαρμοσμένο και επιχειρησιακά οργανωμένο μοντέλο δράσης. Οι τηλεφωνικές απάτες δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά, αλλά συχνά προϊόν επαγγελματικής εγκληματικής δραστηριότητας με ιεραρχία, υποδομές και οικονομικό σχεδιασμό. Παράλληλα, η υπόθεση αναδεικνύει την ανάγκη ενίσχυσης της ψηφιακής και κοινωνικής εγρήγορσης των πολιτών, ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων ηλικιακών ομάδων. Η αποτελεσματική συνεργασία αστυνομικών υπηρεσιών και η ταχεία ανταπόκριση των πολιτών παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες για τον περιορισμό τέτοιων φαινομένων, τα οποία αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη έκταση στην ελληνική κοινωνία.

—————–

Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.

Δ.Α.Ο.Ε.: Εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που διέπραττε απάτες με το πρόσχημα  «υπαλλήλου του ΔΕΔΔΗΕ» ή λογιστή– Εντοπισμός «τηλεφωνικού κέντρου» σε περιοχή της Δυτικής Αττικής – 10 συλλήψεις

  • Συνελήφθησαν τα αρχηγικά μέλη, τηλεφωνητές και άτομα που τους προμήθευαν με κάρτες κινητής τηλεφωνίας
  • Εξιχνιάστηκαν -58- περιπτώσεις με το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν να ανέρχεται στα -2.000.000- ευρώ
  • Μεταξύ άλλων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, -6.020- εύρω, -60- πακέτα καρτοκινητής τηλεφωνίας διαφόρων εταιρειών, -23- κινητά τηλέφωνα, κοσμήματα, ρολόγια, κ.α.

Από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας, προσποιούμενα υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές, διέπρατταν απάτες, χρησιμοποιώντας οικία ως τηλεφωνικό κέντρο.

Για τον τερματισμό της δράσης τους, πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη, 22 Μαΐου 2026, αστυνομική επιχείρηση στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Αττικής, από την Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων με τη συνδρομή επιχειρησιακών ομάδων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, στο πλαίσιο της οποίας εντοπίστηκε το «τηλεφωνικό κέντρο» της εγκληματικής οργάνωσης και συνελήφθησαν -10- μέλη της, μεταξύ των οποίων τα αρχηγικά μέλη, τηλεφωνητές καθώς και άτομα που τους προμήθευαν με κάρτες κινητής τηλεφωνίας.

Σε βάρος τους σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση που διαπράττει απάτες και ληστείες τετελεσμένες και σε απόπειρα κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση με περιουσιακό όφελος άνω των 120.000 ευρώ.

Όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα, οι κατηγορούμενοι, όλοι προερχόμενοι από την ίδια κοινωνική ομάδα, είχαν συγκροτήσει δομημένη εγκληματική οργάνωση με διαρκή δράση και διακριτούς ρόλους τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του 2025.

Η οργάνωση απαρτιζόταν από διευθυντικά στελέχη, τηλεφωνητές, προμηθευτές καρτών SIM και εισπράκτορες. Οι τηλεφωνητές, αποτελούσαν το βασικό κομμάτι της δράσης της οργάνωσης, καθώς εφοδιάζονταν με κάρτες SIM και αφού ενεργοποιούσαν συνδέσεις και συσκευές, αναζητούσαν θύματα προς εξαπάτηση. Τα διευθυντικά στελέχη, τα οποία είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους, επόπτευαν τους τηλεφωνητές και συντόνιζαν τις «επιχειρήσεις».

Ως προς τον τρόπο δράσης τους, τα μέλη, αναζητούσαν τυχαία ονοματεπώνυμα πολιτών από πληροφορίες τηλεφωνικού καταλόγου Ελλάδος, τους καλούσαν τηλεφωνικά και παρουσιάζονταν ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές. Ακολούθως, επικαλούμενοι διάφορα προσχήματα, όπως δήλωση στην εφορία, ασφάλιση μετρητών και τιμαλφών ή διαρροή ηλεκτρικής ενέργειας, έπειθαν τα θύματά τους να τοποθετούν χρήματα και τιμαλφή σε προσβάσιμα σημεία. Στη συνέχεια, άλλα μέλη της οργάνωσης τα αφαιρούσαν, είτε από τις οικίες, είτε τα παραλάμβαναν με την πρόφαση καταμέτρησης και εκτίμησης.

Η οργάνωση για να δυσχεράνει τον εντοπισμό της άλλαζε συχνά την εγκατάσταση των «τηλεφωνικών κέντρων» και τους αριθμούς σύνδεσης, ενώ στους χώρους τους υπήρχαν ρολά ασφαλείας και κάμερες για να ανιχνεύεται έγκαιρα τυχόν αστυνομική παρουσία.

Από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν:

  • -60- πακέτα καρτοκινητής τηλεφωνίας διαφόρων εταιρειών,
  • -23- κινητά τηλέφωνα,
  • -6.020- ευρώ,
  • -21- τιμαλφή (ρολόγια επώνυμων οίκων, κοσμήματα, χρυσαφικά),
  • ζυγαριά ακριβείας και
  • -2- Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα.

Από την έως τώρα έρευνα έχουν εξιχνιαστεί -58- περιπτώσεις απάτης, με το παράνομο περιουσιακό όφελος που αποκόμισαν τα μέλη της εγκληματικής οργάνωσης να ανέρχεται στα -2.000.000- ευρώ.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, ενώ συνεχίζονται οι έρευνες για τη διακρίβωση της εμπλοκή τους σε τυχόν άλλες παρόμοιες αξιόποινες πράξεις καθώς και το συνολικό ύψος της ζημιάς που προκλήθηκε.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας