Σύνοψη: Το ζήτημα των κλειστών σχολικών αυλών στο Αιγάλεω αναδείχθηκε στο δημοτικό συμβούλιο, ύστερα από παρεμβάσεις της αντιπολίτευσης που μετέφερε τη δυσαρέσκεια των κατοίκων. Οι δημότες συγκρίνουν την κατάσταση με γειτονικούς δήμους, όπου οι σχολικές αυλές παραμένουν ανοιχτές συγκεκριμένες ώρες κατά τη θερινή περίοδο, με μέτρα φύλαξης και ασφάλειας. Αντίθετα, στο Αιγάλεω δεν παρουσιάστηκε σαφής αιτιολόγηση για την απουσία αντίστοιχης πολιτικής, ούτε διατυπώθηκε συγκεκριμένο σχέδιο αλλαγής. Το θέμα έχει ήδη μεταφερθεί και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου αυξάνονται τα ερωτήματα για τις προτεραιότητες της δημοτικής αρχής και για την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρονται στις οικογένειες της πόλης.
————
Αναλυτικά…
Υπάρχουν φορές που μια δημοτική αρχή κρίνεται όχι από τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις εντυπωσιακές εξαγγελίες, αλλά από τις πιο απλές, καθημερινές ανάγκες των πολιτών. Και στην περίπτωση του Αιγάλεω, οι κλειστές σχολικές αυλές εξελίσσονται σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα διοικητικής αδράνειας που δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί.
Το θέμα έφτασε μέχρι το δημοτικό συμβούλιο, όπου στελέχη της αντιπολίτευσης μετέφεραν τη δυσαρέσκεια των κατοίκων προς τη διοίκηση του δημάρχου Λάμπρου Σκλαβούνου. Το ερώτημα ήταν απλό: γιατί οι σχολικές αυλές παραμένουν ερμητικά κλειστές τους θερινούς μήνες, στερώντας από εκατοντάδες παιδιά έναν ασφαλή χώρο παιχνιδιού και άθλησης;
Το πιο εντυπωσιακό, όμως, δεν είναι μόνο η απουσία μιας τέτοιας πολιτικής. Είναι η απουσία απαντήσεων. Ούτε εξηγήθηκε γιατί δεν εφαρμόζεται μια πρακτική που ήδη αξιοποιούν άλλοι δήμοι, ούτε παρουσιάστηκε κάποιο χρονοδιάγραμμα για το αν πρόκειται να αλλάξει κάτι στο μέλλον. Η σιωπή, σε αυτή την περίπτωση, μοιάζει πιο εκκωφαντική από οποιαδήποτε τοποθέτηση.
Την ίδια ώρα, οι κάτοικοι βλέπουν ότι σε γειτονικούς δήμους οι σχολικές αυλές ανοίγουν συγκεκριμένες ώρες, με οργανωμένη φύλαξη και κανόνες λειτουργίας, προσφέροντας στα παιδιά έναν ασφαλή χώρο μέσα στις γειτονιές τους. Στο Αιγάλεω, αντίθετα, η εικόνα παραμένει ίδια: λουκέτα στις πόρτες και παιδιά που αναζητούν διέξοδο σε δρόμους, πλατείες ή όπου αλλού βρουν λίγο ελεύθερο χώρο.
Η υπόθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική διάσταση καθώς οι σχετικές αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πληθαίνουν. Οι δημότες δεν περιορίζονται πλέον σε παράπονα. Ζητούν συγκεκριμένες εξηγήσεις και συγκρίνουν ευθέως τις επιλογές της δημοτικής αρχής με εκείνες άλλων δήμων της Δυτικής Αθήνας. Και όταν οι συγκρίσεις γίνονται αναπόφευκτες, οι δικαιολογίες αρχίζουν να εξαντλούνται.
Η καθημερινότητα δεν βελτιώνεται με φωτογραφίες, δημόσιες σχέσεις ή εύκολες διακηρύξεις. Βελτιώνεται με πρακτικές αποφάσεις που κάνουν τη ζωή των κατοίκων ευκολότερη. Η διατήρηση των σχολικών αυλών κλειστών, χωρίς επαρκή αιτιολόγηση και χωρίς εναλλακτική πρόταση, ενισχύει την εικόνα μιας διοίκησης που δείχνει να αντιμετωπίζει ακόμη και τα αυτονόητα με χαρακτηριστική αμηχανία.
Γιατί τελικά το ζήτημα δεν είναι οι κλειδαριές. Είναι η πολιτική επιλογή που τις κρατά κλειστές.
Συνολικά…
Οι σχολικές αυλές μπορεί να αποτελούν μια φαινομενικά μικρή υπόθεση, όμως αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο μια δημοτική αρχή αντιλαμβάνεται την καθημερινότητα των πολιτών. Όταν οι δημότες ζητούν ασφαλείς χώρους για τα παιδιά τους και εισπράττουν σιωπή αντί για απαντήσεις, δημιουργείται εύλογα αίσθημα εγκατάλειψης. Η δημοτική διοίκηση καλείται πλέον είτε να εξηγήσει τεκμηριωμένα γιατί δεν μπορεί να εφαρμόσει μια πρακτική που αλλού λειτουργεί είτε να προχωρήσει άμεσα σε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες. Διαφορετικά, οι κλειστές αυλές θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως σύμβολο μιας διοίκησης που, αντί να ανοίγει δρόμους για την πόλη, αφήνει κλειστές ακόμη και τις πιο αυτονόητες πόρτες.





