Σύνοψη: Η συζήτηση για τη σχολική Ιστορία στην Ελλάδα ουδέποτε αφορούσε απλώς κεφάλαια βιβλίων ή διδακτικές ώρες. Αφορούσε πάντοτε κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο ένα έθνος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και το πώς μεταφέρει αυτή την αυτοαντίληψη στις επόμενες γενιές.
Η αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει γύρω από το Πρόγραμμα Σπουδών Ιστορίας της περιόδου 2018–2019 επανέρχεται σήμερα στη δημόσια συζήτηση με αφορμή την πολιτική κινητικότητα στον χώρο της Κεντροαριστεράς και της ευρύτερης Αριστεράς. Οι επικριτές θεωρούν ότι επρόκειτο για μια οργανωμένη προσπάθεια αποδυνάμωσης της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού και αντικατάστασής της από μια περισσότερο αποδομητική ανάγνωση της ιστορίας.
Το ζήτημα όμως υπερβαίνει την κομματική αντιπαράθεση. Σε μια περίοδο κατά την οποία περιφερειακές δυνάμεις αναπτύσσουν αναθεωρητικές στρατηγικές, η ιστορική αυτογνωσία μετατρέπεται από εκπαιδευτικό εργαλείο σε παράγοντα εθνικής στρατηγικής.
————
Αναλυτικά…
Υπάρχουν στιγμές όπου μια κοινωνία δεν χάνει εδάφη, δεν χάνει οικονομικούς πόρους, δεν χάνει στρατιωτική ισχύ. Χάνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο: τη μνήμη της. Και όταν μια χώρα αρχίζει να ακρωτηριάζει τη μνήμη της, δεν χρειάζεται αντίπαλο. Αναλαμβάνει μόνη της την αποδόμησή της.
γράφει ο «Σκεπτικιστής»
Η επαναφορά στη δημόσια συζήτηση προσώπων που συνδέθηκαν πολιτικά και ιδεολογικά με την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ επανέφερε μαζί και μια παλιά αλλά εξαιρετικά φορτισμένη αντιπαράθεση: τη σύγκρουση για το περιεχόμενο της σχολικής Ιστορίας και για το τι ακριβώς οφείλει να διδάσκεται στις επόμενες γενιές.
Το σχέδιο Προγράμματος Σπουδών Ιστορίας που παρουσιάστηκε το 2018 είχε προκαλέσει τότε σφοδρές αντιδράσεις. Οι επικριτές του υποστήριζαν ότι δεν επρόκειτο για μια απλή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ούτε για έναν εκσυγχρονισμό διδακτικών προσεγγίσεων. Έβλεπαν κάτι βαθύτερο: μια προσπάθεια αναδιατύπωσης της ιστορικής συνείδησης.
Οι ενστάσεις ήταν συγκεκριμένες. Καταγγελλόταν ότι περιοριζόταν η έμφαση στη συνέχεια του Ελληνισμού, ότι το Βυζάντιο συρρικνωνόταν ως ιστορική περίοδος, ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρουσιαζόταν μέσα από ένα εξωραϊσμένο πολυπολιτισμικό πρίσμα και ότι σημαντικές πτυχές της εθνικής ιστορικής διαδρομής υποχωρούσαν μπροστά σε κοινωνιολογικές αναγνώσεις.
Η αντίδραση δεν προήλθε αποκλειστικά από πολιτικούς χώρους. Επιστημονικές ενώσεις, πανεπιστημιακοί και εκπαιδευτικοί διατύπωσαν σοβαρές επιφυλάξεις. Το πρόγραμμα δημοσιεύθηκε τελικά σε ΦΕΚ το 2019, αλλά μετά την κυβερνητική αλλαγή αποσύρθηκε πριν εφαρμοστεί.
Ωστόσο, το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν ποτέ εάν ένα πρόγραμμα θα εφαρμοστεί ή όχι. Το ερώτημα ήταν άλλο: τι ακριβώς θέλει να παράγει η εκπαίδευση; Πολίτες χωρίς ιστορική αναφορά ή πολίτες με επίγνωση του παρελθόντος τους;
Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση μέσα στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν δεν κρύβει εδώ και χρόνια τη στρατηγική της αναφορά σε ένα νεοοθωμανικό αφήγημα. Η μετατροπή ιστορικών χριστιανικών μνημείων σε τζαμιά, οι συμβολικές κινήσεις υψηλής πολιτικής και η συστηματική χρήση ιστορικών συμβόλων δείχνουν ότι η Ιστορία χρησιμοποιείται ως εργαλείο ισχύος.
Παράλληλα, η διαμάχη γύρω από τη μακεδονική ταυτότητα άφησε βαθιά πολιτικά και κοινωνικά αποτυπώματα στην Ελλάδα. Η ιστορική κληρονομιά μετατράπηκε σε πεδίο διεθνούς αντιπαράθεσης και πολιτικής διαχείρισης.
Από την άλλη πλευρά, αλβανικοί εθνικιστικοί κύκλοι επαναφέρουν κατά διαστήματα ζητήματα που αγγίζουν την ιστορική αφήγηση της περιοχής, ενώ σε ευρύτερο επίπεδο η χρήση της ιστορίας ως εργαλείου πολιτικής επιρροής παραμένει διεθνές φαινόμενο.
Το παράδοξο είναι σχεδόν ειρωνικό. Την ώρα που κράτη με τεράστια γεωπολιτική επιρροή επενδύουν συστηματικά στην ιστορική τους συνέχεια, στην πολιτιστική τους παράδοση και στα εθνικά τους σύμβολα, στην Ελλάδα εξακολουθεί να διεξάγεται μια μάχη για το αν η εθνική συνείδηση είναι αρετή ή υποψία ενοχής.
Η Κίνα προβάλλει χιλιάδες χρόνια πολιτισμού και τον Κομφούκιο ως στοιχείο εθνικής ισχύος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες οικοδομούν πολιτική συνοχή πάνω σε ιστορικά αφηγήματα και συμβολισμούς. Ευρωπαϊκά κράτη υπερασπίζονται με ένταση τη δική τους ιστορική ταυτότητα.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα φαίνεται κατά καιρούς να αναζητεί τρόπους αποστειρωμένης ιστορικής ουδετερότητας, σαν να αποτελεί η συλλογική μνήμη πρόβλημα που πρέπει να περιοριστεί.
Η Ιστορία βέβαια δεν είναι προπαγάνδα. Δεν είναι εργαλείο κομματικής χρήσης ούτε μηχανισμός κατασκευής μύθων. Δεν είναι όμως και εργαστήριο ιδεολογικής αποδόμησης.
Γιατί όταν τα έθνη σταματούν να αφηγούνται τη δική τους ιστορία, συνήθως εμφανίζονται άλλοι πρόθυμοι να το κάνουν για λογαριασμό τους.
Και τότε η ζημιά γίνεται πολύ πιο δύσκολο να αναστραφεί.
Συνολικά…
Η ιστορική παιδεία δεν αποτελεί μια διακοσμητική πτυχή της εκπαίδευσης ούτε μια ακαδημαϊκή πολυτέλεια. Συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τη θέση της στον κόσμο και με το πώς χαράσσει τη στρατηγική της σε βάθος χρόνου.
Η σύγχρονη διεθνής πραγματικότητα δείχνει ότι η Ιστορία εξακολουθεί να λειτουργεί ως εργαλείο ισχύος, επιρροής και πολιτικής νομιμοποίησης. Καμία σοβαρή χώρα δεν εγκαταλείπει τη συλλογική της μνήμη, ούτε αντιμετωπίζει την ιστορική της συνέχεια ως βάρος προς αποβολή.
Αυτό δεν σημαίνει ωραιοποίηση του παρελθόντος ούτε άκριτη εξιδανίκευση. Σημαίνει ισορροπία, τεκμηρίωση και ιστορική αυτογνωσία.
Διότι όταν ένα κράτος παύει να διδάσκει στα παιδιά του ποιο είναι, κινδυνεύει κάποια στιγμή να ανακαλύψει ότι άλλοι έχουν ήδη αποφασίσει ποιο θα γίνει.





