Σύνοψη: Η έκθεση του ΙΟΒΕ για τις ανισότητες στην Ελλάδα καταγράφει σοβαρά προβλήματα πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, υψηλή επιβάρυνση των νοικοκυριών και διεύρυνση των κοινωνικών διαφορών. Το ΠΑΣΟΚ, μέσω του υπεύθυνου ΚΤΕ Υγείας Ιωάννη Τσίμαρη, υποστηρίζει ότι τα ευρήματα διαψεύδουν το κυβερνητικό αφήγημα περί αναβάθμισης του ΕΣΥ. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ανεκπλήρωτες ανάγκες περίθαλψης, στη χαμηλή χρηματοδότηση της μακροχρόνιας φροντίδας και στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι οικονομικά ασθενέστεροι πολίτες και οι ηλικιωμένοι.
———–
Αναλυτικά…
Η πρόσφατη έκθεση του ΙΟΒΕ για τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες στην Ελλάδα επαναφέρει στο επίκεντρο τη δημόσια συζήτηση για τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας. Τα στοιχεία που παρουσιάζονται καταγράφουν μια σειρά από διαρθρωτικά προβλήματα, τα οποία, σύμφωνα με την ανακοίνωση του υπεύθυνου ΚΤΕ Υγείας του ΠΑΣΟΚ, Ιωάννη Τσίμαρη, έρχονται σε αντίθεση με την εικόνα βελτίωσης που προβάλλει η κυβέρνηση.
Σύμφωνα με τα δεδομένα της μελέτης, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας, γεγονός που σημαίνει ότι σημαντικό μέρος του κόστους περίθαλψης καλύπτεται απευθείας από τα νοικοκυριά. Παράλληλα, οι μη εξυπηρετούμενες υγειονομικές ανάγκες παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις, ξεπερνώντας σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που συνδέουν την οικονομική κατάσταση των πολιτών με την υγεία τους. Τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα εμφανίζουν μεγαλύτερα ποσοστά χρόνιων παθήσεων, επιβαρυμένης υγείας και δυσκολίας πρόσβασης σε ιατρικές υπηρεσίες. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι οι κοινωνικές ανισότητες μεταφράζονται συχνά σε υγειονομικές ανισότητες, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο φτώχειας και ασθένειας.
Όπως αναφέρει ο κος Ιωάννης Τσίμαρης, στην έκθεση ακόμη καταγράφεται πλήρης αποτυχία στην προστασία της τρίτης ηλικίας. Όλα αυτά λόγω της ανύπαρκτης πρόληψης, της υποανάπτυκτης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και της υποδεκαπλάσιας χρηματοδότησης της μακροχρόνιας φροντίδας σε σχέση με την ΕΕ (0,16% του ΑΕΠ έναντι 1,71%).
Η Υγεία στην Ελλάδα δεν βελτιώνεται· αντίθετα, οπισθοδρομεί, διευρύνοντας τις κοινωνικές αποστάσεις και αφήνοντας απροστάτευτους τους πιο ευάλωτους με ευθύνη της κυβέρνησης της ΝΔ.
- Απαιτείται άμεση αλλαγή πορείας. Απέναντι σε αυτή την τροχιά υποβάθμισης, το ΠΑΣΟΚ δεσμεύεται για έναν ριζικό αναπροσανατολισμό του συστήματος με:
- Σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στη δημόσια χρηματοδότηση
- Οικοδόμηση ενός πραγματικού και δωρεάν δικτύου Πρωτοβάθμιας Φροντίδας
- Άρση των γεωγραφικών ανισοτήτων – Υγειονομική θωράκιση της Περιφέρειας
- Ανάπτυξη της μακροχρόνιας φροντίδα υγείας
Ταυτόχρονα, η έκθεση αναδεικνύει τις αδυναμίες της χώρας στην πρόληψη και στη φροντίδα των ηλικιωμένων. Παρά το υψηλό προσδόκιμο ζωής, οι Έλληνες πολίτες περνούν λιγότερα χρόνια με καλή υγεία μετά τα 65 σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ειδικότερα καταγράφεται πλήρης αποτυχία στην προστασία της τρίτης ηλικίας: αν και το γενικό προσδόκιμο παραμένει υψηλό, η Ελλάδα υπολείπεται δραματικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου στα υγιή έτη ζωής μετά τα 65 (μόλις 7,4 έτη έναντι 10,1 της ΕΕ), καταδικάζοντας τους ηλικιωμένους σε γεράματα με ασθένειες και λειτουργικούς περιορισμούς με την άτυπη οικογενειακή φροντίδα να αποτελεί τον βασικό μηχανισμό στήριξης. Η περιορισμένη ανάπτυξη δομών μακροχρόνιας φροντίδας και η εξάρτηση από την οικογένεια ως βασικό μηχανισμό υποστήριξης αναδεικνύονται ως κρίσιμες προκλήσεις.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πολιτική αντιπαράθεση για το μέλλον του ΕΣΥ αναμένεται να ενταθεί. Η συζήτηση επικεντρώνεται πλέον όχι μόνο στη χρηματοδότηση, αλλά και στη διασφάλιση ισότιμης πρόσβασης όλων των πολιτών σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας, ανεξαρτήτως εισοδήματος ή τόπου κατοικίας.
Συνολικά…
Η έκθεση του ΙΟΒΕ λειτουργεί ως ισχυρή υπενθύμιση ότι η υγεία αποτελεί βασικό δείκτη κοινωνικής συνοχής και ανάπτυξης. Τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη για ενίσχυση της δημόσιας χρηματοδότησης, αναβάθμιση της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, ανάπτυξη δομών πρόληψης και μακροχρόνιας φροντίδας, καθώς και περιορισμό των οικονομικών εμποδίων που αποκλείουν πολίτες από την περίθαλψη. Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια δεν είναι μόνο η βελτίωση των στατιστικών δεικτών, αλλά η διασφάλιση ότι η πρόσβαση στην υγεία θα παραμείνει καθολικό κοινωνικό δικαίωμα και όχι προνόμιο για τους λίγους.





