Σύνοψη: Η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων για το έτος 2025, όπως προβλέπεται από τον νόμο 4940/2022, ανέδειξε σημαντικές δυσλειτουργίες στην πράξη. Παρά την έγκαιρη ενεργοποίηση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας και την πρόβλεψη σαφών προθεσμιών (Μάρτιος–Απρίλιος 2025), η εφαρμογή του συστήματος χαρακτηρίστηκε από αστοχίες, κυρίως εκ μέρους των αξιολογητών.
Η νέα εγκύκλιος του Υπουργείου Εσωτερικών (Απρίλιος 2026) επιχειρεί να αποσαφηνίσει κρίσιμα σημεία, ιδίως σχετικά με τη διαχείριση περιπτώσεων χαμηλής απόδοσης. Επισημαίνεται ότι η «εξαιρετική περίπτωση» υπαλλήλων με ιδιαίτερα περιορισμένες δεξιότητες δεν πρέπει να εφαρμόζεται καταχρηστικά, ενώ απαιτείται πλήρης και τεκμηριωμένη αιτιολόγηση.
Παράλληλα, αναδεικνύεται ο κομβικός ρόλος των Διευθύνσεων Διοικητικού, οι οποίες καλούνται να ελέγχουν, να διορθώνουν και να διασφαλίζουν τη νομιμότητα των αξιολογήσεων. Η υποχρεωτικότητα των Σχεδίων Ανάπτυξης επιβεβαιώνεται ως βασικός πυλώνας του συστήματος, με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Αναλυτικά…
Η μεταρρύθμιση της αξιολόγησης στο Δημόσιο αποτέλεσε μία από τις πιο φιλόδοξες παρεμβάσεις των τελευταίων ετών στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Μέσω του Συστήματος Διαχείρισης Ανθρώπινου Δυναμικού, επιχειρήθηκε η εισαγωγή ενός πιο αντικειμενικού και αποδοτικού πλαισίου, που θα συνδέει την απόδοση με την επαγγελματική εξέλιξη.
Ωστόσο, η εμπειρία του πρώτου πλήρους κύκλου αξιολόγησης για το 2025 αποκάλυψε ότι η επιτυχία του εγχειρήματος δεν εξαρτάται μόνο από το θεσμικό πλαίσιο, αλλά κυρίως από την ποιότητα εφαρμογής του. Οι προθεσμίες τηρήθηκαν τυπικά, αλλά η ουσία της διαδικασίας υπονομεύθηκε σε αρκετές περιπτώσεις από εσφαλμένες κρίσεις.
Η διαδικασία αξιολόγησης στο ελληνικό Δημόσιο εισέρχεται σε φάση επαναπροσδιορισμού, καθώς το Υπουργείο Εσωτερικών επιχειρεί να διορθώσει αστοχίες που καταγράφηκαν κατά την εφαρμογή του νέου συστήματος. Με νέα εγκύκλιο τον Απρίλιο του 2026, η διοίκηση αναγνωρίζει ότι η μεταρρύθμιση που εισήγαγε ο Νόμος 4940/2022 δεν εφαρμόστηκε ομοιόμορφα, αναδεικνύοντας ζητήματα ερμηνείας, επάρκειας αξιολογητών και διοικητικής υποστήριξης.
Η νέα εγκύκλιος εστιάζει ιδιαίτερα στο Γ’ στάδιο αξιολόγησης, όπου εντοπίστηκαν και τα περισσότερα προβλήματα. Εκεί, οι αξιολογητές καλούνται να αποτυπώσουν την πραγματική εικόνα των δεξιοτήτων και της απόδοσης των υπαλλήλων. Ωστόσο, παρατηρήθηκαν φαινόμενα είτε υπερβολικής επιείκειας είτε αδικαιολόγητης αυστηρότητας.
Ιδιαίτερα προβληματική αναδείχθηκε η χρήση της διάταξης περί «εξαιρετικής περίπτωσης» χαμηλής απόδοσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, αξιολογητές απέφυγαν τη σύνταξη Σχεδίου Ανάπτυξης, επικαλούμενοι λόγους που δεν εμπίπτουν στο πνεύμα του νόμου, όπως επικείμενη συνταξιοδότηση ή προσωρινά προβλήματα υγείας.
Η εγκύκλιος καθιστά σαφές ότι τέτοιες πρακτικές αλλοιώνουν τον χαρακτήρα της αξιολόγησης, η οποία δεν είναι τιμωρητική αλλά αναπτυξιακή. Η μη σύνταξη Σχεδίου Ανάπτυξης επιτρέπεται μόνο σε ακραίες περιπτώσεις, όπου αποδεδειγμένα δεν υπάρχει δυνατότητα βελτίωσης.
Παράλληλα, ενισχύεται ο ρόλος των Υπηρεσιακών Συμβουλίων, τα οποία λειτουργούν ως μηχανισμός ελέγχου και εξισορρόπησης, ενώ διασφαλίζεται και το δικαίωμα ένστασης των υπαλλήλων.
Συμπέρασμα…
Η παρέμβαση του Υπουργείου Εσωτερικών αποτυπώνει μια κρίσιμη αλήθεια: οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση δεν κρίνονται μόνο από τη νομοθέτηση, αλλά κυρίως από την ικανότητα εφαρμογής τους. Ο νόμος 4940/2022 θέτει ένα σύγχρονο πλαίσιο αξιολόγησης, ωστόσο η πρακτική του υλοποίηση σκοντάφτει σε παγιωμένες διοικητικές κουλτούρες και ελλείψεις δεξιοτήτων.
Η νέα εγκύκλιος λειτουργεί ως διορθωτικός μηχανισμός, επιχειρώντας να αποκαταστήσει την ενιαία ερμηνεία και να περιορίσει τις αυθαιρεσίες. Ωστόσο, η ανάγκη συνεχούς καθοδήγησης των αξιολογητών αναδεικνύει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την ανεπαρκή εκπαίδευση και υποστήριξη του διοικητικού προσωπικού.
Εάν η αξιολόγηση πρόκειται να αποτελέσει πραγματικό εργαλείο βελτίωσης και όχι τυπική διαδικασία, απαιτείται συστηματική επένδυση στην εκπαίδευση, την εποπτεία και την κουλτούρα λογοδοσίας. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι να αναπαραχθούν οι ίδιες στρεβλώσεις, ακυρώνοντας τον μεταρρυθμιστικό στόχο και ενισχύοντας τη δυσπιστία εντός του δημόσιου τομέα.





