Το πολιτικό γίγνεσθαι στην Ελλάδα του 2026: «Δεν υπάρχουν δεξιά ή αριστερά, μόνο θέσεις εξουσίας»

Στη δημόσια σφαίρα, ο αγώνας για την κατοχή της εκτελεστικής εξουσίας και των διοικητικών μηχανισμών προηγείται του αγώνα για την ηγεμονία των ιδεών. Η ιδεολογική ρητορική χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει επιλογές.

Το σύνθημα «δεν υπάρχουν δεξιά ή αριστερά» δεν εκφράζει απλώς πολιτικό ρεαλισμό· εκφράζει και απογοήτευση. Εξουσία χωρίς ιδεολογία μπορεί να διαχειρίζεται το παρόν, αλλά δύσκολα εμπνέει το μέλλον.

του Νίκου Παρίκου

Στη δημόσια σφαίρα, ο αγώνας για την κατοχή της εκτελεστικής εξουσίας και των διοικητικών μηχανισμών προηγείται του αγώνα για την ηγεμονία των ιδεών. Η ιδεολογική ρητορική χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει επιλογές. Όμως η ουσία παραμένει: ποιος διορίζει, ποιος διαχειρίζεται, ποιος ελέγχει.

Η νέα γενιά πολιτικών, τόσο στην κεντρική όσο και στην τοπική πολιτική σκηνή, εμφανίζεται λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένη και περισσότερο επαγγελματοποιημένη. Η πολιτική αντιμετωπίζεται ως καριέρα. Τα βιογραφικά περιλαμβάνουν σπουδές, συμμετοχές σε think tanks, διεθνείς εμπειρίες. Η ιδεολογική ένταξη συχνά έρχεται σε δεύτερο πλάνο.

«Δεν υπάρχουν δεξιά ή αριστερά, μόνο θέσεις εξουσίας»

Το σύνθημα «δεν υπάρχουν δεξιά ή αριστερά, μόνο θέσεις εξουσίας» δεν είναι απλώς μια λαϊκή φράση κυνισμού. Είναι η συμπύκνωση μιας βαθιάς πολιτικής μετατόπισης που συντελείται σταθερά στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Από την περίοδο της μνημονιακής κατάρρευσης μέχρι τη σημερινή φάση θεσμικής κανονικότητας, η ιδεολογική ταυτότητα φαίνεται να υποχωρεί μπροστά στη διαχείριση της ισχύος. Οι ετικέτες «δεξιά» και «αριστερά» παραμένουν χρήσιμες για την εκλογική ρητορική, αλλά σπάνια καθορίζουν τη διοικητική πρακτική.

Η σημερινή πολιτική σκηνή, τόσο στην κεντρική όσο και στην τοπική αυτοδιοίκηση, διαμορφώνεται περισσότερο από συσχετισμούς, δίκτυα, χρηματοδοτήσεις και προσωπικές στρατηγικές παρά από συνεκτικά ιδεολογικά σχέδια. Η εξουσία –και όχι η ιδεολογία– αναδεικνύεται στο βασικό πεδίο ανταγωνισμού.

Κεντρική Πολιτική Σκηνή: Κυβέρνηση, Αντιπολίτευση και μετά-Ιδεολογική εποχή

Η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας τα τελευταία χρόνια εδράζεται σε μια στρατηγική που συνδυάζει φιλελεύθερη ρητορική, τεχνοκρατική διαχείριση και ισχυρό έλεγχο του κρατικού μηχανισμού. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν επένδυσε στην κλασική δεξιά ταυτότητα· επένδυσε στην εικόνα της αποτελεσματικότητας, της σταθερότητας και της διεθνούς αξιοπιστίας. Το αφήγημα ήταν σαφές: λιγότερη ιδεολογία, περισσότερη διαχείριση.

Από την άλλη πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία, μετά τη φάση της ριζοσπαστικής αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης και τη διακυβέρνηση υπό τον Αλέξη Τσίπρα, βρέθηκε σε στρατηγική αμηχανία. Η εμπειρία της εξουσίας αποδόμησε μεγάλο μέρος της αντισυστημικής του ταυτότητας. Το κόμμα που υποσχόταν ρήξη διαχειρίστηκε τελικά το ίδιο μνημονιακό πλαίσιο. Η ιδεολογική καθαρότητα υποχώρησε μπροστά στην ανάγκη παραμονής στο κυβερνητικό παιχνίδι.

Το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη, επιχείρησε να επανασυστήσει τον χώρο της κεντροαριστεράς. Ωστόσο, η πολιτική του λειτουργία συχνά κινείται περισσότερο στη λογική των ισορροπιών και των μελλοντικών συνεργασιών παρά στη σαφή ιδεολογική αντιπαράθεση. Το ερώτημα «με ποιον θα συγκυβερνήσει» συχνά επισκιάζει το «τι προτείνει».

Αυτή η εικόνα δεν σημαίνει ότι οι ιδεολογικές διαφορές εξαφανίστηκαν. Σημαίνει ότι, στη δημόσια σφαίρα, ο αγώνας για την κατοχή της εκτελεστικής εξουσίας και των διοικητικών μηχανισμών προηγείται του αγώνα για την ηγεμονία των ιδεών.

Το κράτος ως πεδίο ελέγχου

Η σύγχρονη ελληνική πολιτική δεν περιστρέφεται μόνο γύρω από το Κοινοβούλιο. Περιστρέφεται γύρω από τον έλεγχο του κράτους: διοικήσεις οργανισμών, ανεξάρτητες αρχές, δημόσιες επιχειρήσεις, περιφέρειες, δήμους, αναπτυξιακές εταιρείες. Εκεί όπου κατανέμονται πόροι, εκεί αναπτύσσονται δίκτυα.

Οι μεγάλες δημόσιες συμβάσεις, τα έργα υποδομής, τα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης λειτουργούν ως μηχανισμοί ισχύος. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις συχνά μεταφέρονται σε ζητήματα διαγωνισμών, απευθείας αναθέσεων ή θεσμικών τροπολογιών.

Η ιδεολογική ρητορική χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει επιλογές. Όμως η ουσία παραμένει: ποιος διορίζει, ποιος διαχειρίζεται, ποιος ελέγχει.

Τοπική Αυτοδιοίκηση: Το εργαστήριο της μετα-Ιδεολογικής πολιτικής

Εάν στην κεντρική πολιτική σκηνή οι διαχωριστικές γραμμές θολώνουν, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση σχεδόν εξαφανίζονται. Δήμαρχοι και περιφερειάρχες εκλέγονται με υπερκομματικές συμμαχίες, συχνά με τη στήριξη ετερόκλητων δυνάμεων. Στον δεύτερο γύρο των εκλογών, οι ιδεολογικές ταυτότητες παραχωρούν τη θέση τους σε πρακτικές συνεννοήσεις.

Η περίπτωση της Ρένα Δούρου στην Περιφέρεια Αττικής κατά την προηγούμενη δεκαετία έδειξε πώς μια αυτοδιοικητική διοίκηση με σαφή κομματική ταυτότητα αναγκάστηκε να κινηθεί εντός θεσμικών και οικονομικών περιορισμών που υπερέβαιναν την ιδεολογία.

Από την άλλη, ο Γιώργος Πατούλης λειτούργησε περισσότερο ως διαχειριστής δικτύων παρά ως φορέας πολιτικού οράματος.

Στους δήμους, η εικόνα είναι ακόμη πιο καθαρή. Οι τοπικές παρατάξεις συγκροτούνται γύρω από πρόσωπα, όχι γύρω από πολιτικά προγράμματα με ιδεολογική συνοχή. Η βασική αγωνία δεν είναι η «δεξιά» ή «αριστερή» διαχείριση, αλλά η δυνατότητα ελέγχου της δημοτικής μηχανής: τεχνικά έργα, πολεοδομικές αποφάσεις, δημοτικές επιχειρήσεις.

Το μοντέλο αυτό παράγει ένα ιδιότυπο πολιτικό ρεαλισμό: ο δήμαρχος που καταφέρνει να φέρει έργα και χρηματοδοτήσεις επιβραβεύεται, ανεξαρτήτως ιδεολογικής τοποθέτησης.

Η πολιτική ως καριέρα

Η νέα γενιά πολιτικών, τόσο στην κεντρική όσο και στην τοπική πολιτική σκηνή, εμφανίζεται λιγότερο ιδεολογικά φορτισμένη και περισσότερο επαγγελματοποιημένη. Η πολιτική αντιμετωπίζεται ως καριέρα. Τα βιογραφικά περιλαμβάνουν σπουδές, συμμετοχές σε think tanks, διεθνείς εμπειρίες. Η ιδεολογική ένταξη συχνά έρχεται σε δεύτερο πλάνο.

Η κινητικότητα μεταξύ κομμάτων, -ιδιαίτερα σε τοπικό επίπεδο-, αποτελεί πλέον συνηθισμένο φαινόμενο. Μετακινήσεις στελεχών από τον έναν πολιτικό χώρο στον άλλον δεν προκαλούν τον παλαιό ιδεολογικό σάλο. Αντιμετωπίζονται ως στρατηγικές επιλογές.

Το μήνυμα που εκπέμπεται προς την κοινωνία είναι διττό: από τη μία, η πολιτική μοιάζει πιο «πραγματιστική». Από την άλλη, ενισχύεται η αίσθηση ότι οι διαφορές είναι περισσότερο ζήτημα προσώπων παρά αρχών.

Η κρίση εκπροσώπησης

Η αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής δεν είναι ουδέτερη. Συνδέεται με τη βαθύτερη κρίση εκπροσώπησης που ξεκίνησε την περίοδο των μνημονίων. Η κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς το πολιτικό σύστημα οδήγησε σε εκλογική αστάθεια, άνοδο αντισυστημικών μορφωμάτων και τελικά σε μια νέα ισορροπία, όπου η σταθερότητα προτιμήθηκε από την ανατροπή.

Ωστόσο, η σταθερότητα αυτή βασίζεται συχνά στην αποδοχή ότι «όλοι ίδιοι είναι». Το σύνθημα «δεν υπάρχουν δεξιά ή αριστερά» δεν εκφράζει απλώς πολιτικό ρεαλισμό· εκφράζει και απογοήτευση.

Η χαμηλή συμμετοχή στις αυτοδιοικητικές εκλογές και η αποχή στις εθνικές αναμετρήσεις αποτελούν ενδείξεις μιας κοινωνίας που δεν πιστεύει ότι οι ιδεολογικές εναλλαγές μεταβάλλουν ουσιαστικά τη δομή της εξουσίας.

Τα ΜΜΕ και η προσωποποίηση

Η τηλεοπτική και ψηφιακή πολιτική επικοινωνία ενισχύει την προσωποποίηση. Οι πολιτικοί αξιολογούνται ως «μάνατζερ», ως «ηγέτες», ως «επικοινωνιακοί». Οι ιδεολογικές συζητήσεις υποχωρούν μπροστά στη μάχη της εικόνας.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως επιταχυντές αυτής της διαδικασίας. Η πολιτική μετατρέπεται σε διαρκή καμπάνια. Η διαχείριση της επικοινωνίας γίνεται σχεδόν ισοδύναμη με τη διαχείριση της πολιτικής ουσίας.

Υπάρχει ακόμη ιδεολογία;

Παρά την κυριαρχία της λογικής της εξουσίας, οι ιδεολογικές διαφορές δεν έχουν εξαφανιστεί. Υπάρχουν στο επίπεδο των πολιτικών επιλογών: φορολογική πολιτική, εργασιακές ρυθμίσεις, κοινωνικό κράτος, δικαιώματα. Ωστόσο, η εφαρμογή τους συχνά περιορίζεται από δημοσιονομικούς κανόνες, ευρωπαϊκές δεσμεύσεις και διεθνείς πιέσεις.

Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη δημιουργεί ένα πλαίσιο που μειώνει τα περιθώρια ριζικών αποκλίσεων. Έτσι, οι κυβερνήσεις, -ανεξαρτήτως χρώματος-, κινούνται εντός παρόμοιων ορίων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ιδέες δεν έχουν σημασία. Σημαίνει ότι η εξουσία ασκείται σε ένα στενό πεδίο εφικτών επιλογών. Και μέσα σε αυτό το πεδίο, η ικανότητα ελέγχου και διαχείρισης γίνεται καθοριστική.

Το μέλλον της πολιτικής σύγκρουσης

Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν η ελληνική πολιτική θα συνεχίσει να κινείται σε αυτή τη μετα-ιδεολογική τροχιά ή αν θα αναδυθούν νέες διαχωριστικές γραμμές. Θέματα όπως η κλιματική κρίση, οι ανισότητες, η τεχνητή νοημοσύνη, η γεωπολιτική αστάθεια ενδέχεται να δημιουργήσουν νέες μορφές πολιτικής σύγκρουσης.

Ήδη, η ανάδυση μικρότερων κομμάτων με έντονο ιδεολογικό στίγμα δείχνει ότι ένα μέρος της κοινωνίας αναζητά καθαρές θέσεις. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, η διακυβέρνηση παραμένει πεδίο πραγματισμού.

Επιμύθιο: Εξουσία χωρίς αφήγημα;

Το σύνθημα «δεν υπάρχουν δεξιά ή αριστερά, μόνο θέσεις εξουσίας» αποτυπώνει μια πραγματικότητα αλλά και έναν κίνδυνο. Η πολιτική που περιορίζεται στη διαχείριση της ισχύος κινδυνεύει να χάσει το ηθικό και οραματικό της περιεχόμενο.

Στην Ελλάδα του 2026, η κεντρική και η τοπική πολιτική σκηνή χαρακτηρίζονται από συγκλίσεις πρακτικών, από προσωποκεντρικές στρατηγικές και από δικτυώσεις συμφερόντων. Η ιδεολογία δεν έχει πεθάνει· έχει όμως μετακινηθεί από το κέντρο της σύγκρουσης στην περιφέρεια.

Το αν αυτή η μετατόπιση αποτελεί ώριμο ρεαλισμό ή σύμπτωμα πολιτικής παρακμής θα κριθεί από το κατά πόσο οι πολίτες θα απαιτήσουν ξανά όχι μόνο αποτελεσματική διαχείριση, αλλά και καθαρό πολιτικό όραμα.

Διότι, τελικά, η εξουσία χωρίς ιδεολογία μπορεί να διαχειρίζεται το παρόν, αλλά δύσκολα εμπνέει το μέλλον.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας