Σύνοψη: Η αντιπαράθεση γύρω από τη διαδικασία έκδοσης νέων ταυτοτήτων παίρνει διαστάσεις οικονομικού και πολιτικού σκανδάλου, σύμφωνα με τις καταγγελίες του ΣΕΚΑΦ. Το βασικό ζήτημα αφορά τον αποκλεισμό των επαγγελματιών φωτογράφων από τη διαδικασία λήψης φωτογραφιών και την επιλογή του Δημοσίου να επενδύσει σε ειδικό εξοπλισμό στα αστυνομικά τμήματα. Η σύμβαση ύψους 515 εκατομμυρίων ευρώ προκαλεί ερωτήματα για το κόστος, τη σκοπιμότητα και την επιβάρυνση των πολιτών μέσω αυξημένων παραβόλων. Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία ακολουθούν διαφορετικό μοντέλο, αξιοποιώντας ιδιωτικά φωτογραφικά δίκτυα.
——-
Αναλυτικά…
Ταυτότητες με χρυσό περιτύλιγμα: Όταν η ταυτοποίηση γίνεται μπίζνα εκατομμυρίων – Ο πολίτης πληρώνει, οι «μεγάλοι» κερδίζουν
Η Ελλάδα φαίνεται πως ανακάλυψε ακόμη έναν τρόπο να κάνει το αυτονόητο να μοιάζει με διαστημικό πρόγραμμα: να εκδώσει μια ταυτότητα. Ένα μικρό πλαστικό έγγραφο που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζεται ως βασική διοικητική υπηρεσία, εδώ μετατρέπεται σε οικονομικό project εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Η καταγγελία του ΣΕΚΑΦ για τον πιθανό αποκλεισμό των επαγγελματιών φωτογράφων από τη διαδικασία φωτογράφησης των νέων ταυτοτήτων και διαβατηρίων ανοίγει ένα μεγαλύτερο πολιτικό και οικονομικό ζήτημα. Γιατί πίσω από μια κάμερα και μια φωτογραφία κρύβεται ολόκληρη η φιλοσοφία ενός κράτους: υπηρετεί τον πολίτη ή δημιουργεί μηχανισμούς δαπανών;
Το έργο, ύψους περίπου 515 εκατομμυρίων ευρώ, δεν υλοποιείται απευθείας από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, αλλά μέσω της Μονάδας Στρατηγικών Συμβάσεων του Υπερταμείου. Και κάπου εδώ αρχίζει η μεγάλη απορία: από πότε η έκδοση ταυτότητας, δηλαδή ένα θεμελιώδες δικαίωμα διοικητικής εξυπηρέτησης, αντιμετωπίζεται σαν εμπορική συμφωνία υψηλής απόδοσης;
Το κράτος εμφανίζεται έτοιμο να αγοράσει ακριβό εξοπλισμό φωτογράφησης για τα αστυνομικά τμήματα, την ώρα που άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν επιλέξει διαφορετικό δρόμο. Γερμανία και Γαλλία, σύμφωνα με τους εκπροσώπους του κλάδου, αξιοποιούν το ιδιωτικό δίκτυο φωτογράφων, μειώνοντας τις κρατικές δαπάνες και διατηρώντας μια ολόκληρη επαγγελματική αγορά ενεργή.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, περίπου 3.500 φωτογραφεία βλέπουν μπροστά τους έναν πιθανό οικονομικό αποκλεισμό. Μια αγορά που επί δεκαετίες εξυπηρετεί πολίτες, ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν κρατικό ανταγωνιστή που διαθέτει απεριόριστη χρηματοδότηση από τον φορολογούμενο.
Και φυσικά, ο λογαριασμός δεν εξαφανίζεται. Απλώς αλλάζει τσέπη. Πηγαίνει στον πολίτη μέσω των παραβόλων, τα οποία καλείται να πληρώσει για ένα υποχρεωτικό δημόσιο έγγραφο. Γιατί στην Ελλάδα η ψηφιοποίηση συχνά συνοδεύεται από έναν περίεργο κανόνα: περισσότερη τεχνολογία, περισσότερη δαπάνη και τελικά μεγαλύτερη χρέωση.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο αν χρειάζονται νέες ταυτότητες. Φυσικά και χρειάζονται. Το ερώτημα είναι αν χρειαζόταν ένα τόσο ακριβό μοντέλο, αν υπήρχαν οικονομικότερες λύσεις και ποιος τελικά ωφελείται από αυτή τη διαδικασία.
Γιατί όταν ένα κρατικό έργο μετατρέπεται σε «προϊόν», υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος: ο πολίτης να πάψει να είναι δικαιούχος υπηρεσίας και να γίνει απλώς ο πελάτης που πληρώνει τον λογαριασμό.
Συνολικά…
Η υπόθεση των νέων ταυτοτήτων αναδεικνύει μια βαθύτερη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο το κράτος σχεδιάζει και κοστολογεί τις υπηρεσίες του. Οι καταγγελίες του ΣΕΚΑΦ θέτουν εύλογα ερωτήματα για το αν η επιλογή του συγκεκριμένου μοντέλου ήταν η οικονομικότερη και αποτελεσματικότερη λύση ή αν δημιουργεί περιττές δαπάνες.
Η τεχνολογική αναβάθμιση δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για υπερκοστολογήσεις ούτε να οδηγεί στην απαξίωση ολόκληρων επαγγελματικών κλάδων χωρίς ουσιαστικό διάλογο. Η πολιτεία οφείλει να εξηγήσει με απόλυτη διαφάνεια κάθε ευρώ της σύμβασης και να αποδείξει ότι στο επίκεντρο βρίσκεται ο πολίτης και όχι η δημιουργία ενός ακόμη ακριβού μηχανισμού.
Γιατί στο τέλος, η ταυτότητα μπορεί να γράφει το όνομα του πολίτη, αλλά τον λογαριασμό τον πληρώνει ο ίδιος.
————–
Αναλυτικά… η έγγραφη διαμαρτυρία του ΣΕΚΑΦ
«Όταν οι ταυτότητες αντιμετωπίζονται ως «προϊόν» προς εκμετάλλευση»
Διαμαρτυρία ΣΕΚΑΦ για τον ενδεχόμενο αποκλεισμό των φωτογράφων από τις φωτογραφίες διαβατηρίων, ταυτοτήτων και τις μεθοδεύσεις για το σχετικό
Πράγματι μας περισσεύει μισό δισεκατομμύριο ευρώ αυτή την δύσκολη περίοδο. Μάλλον λεφτά υπάρχουν.
«Όταν οι ταυτότητες αντιμετωπίζονται ως «προϊόν» προς εκμετάλλευση»
Το γεγονός ότι ο διαγωνισμός δεν διεξάγεται απευθείας από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Υπουργείου, αλλά ανατέθηκε στη Μονάδα Στρατηγικών Συμβάσεων του Υπερταμείου, αποδεικνύει τη φιλοσοφία του έργου: η έκδοση των βασικών εγγράφων ταυτοποίησης του Έλληνα πολίτη δεν αντιμετωπίζεται ως κρατική πρόνοια, αλλά ως μια εμπορική, ανταποδοτική σύμβαση. Το Υπερταμείο επιστρατεύεται για να κλείσει μια συμφωνία 515 εκατομμυρίων με ξένους κολοσσούς, την οποία θα αποπληρώσουν «με το ζόρι» οι πολίτες μέσω των φουσκωμένων παραβόλων, με τους αστυνομικούς δεσμευμένους σε ξένη των καθηκόντων τους υπηρεσία,την ίδια ώρα που θυσιάζεται η εγχώρια αγορά των 3.500 φωτογραφείων.
«Ευρωπαϊκή Πρωτοτυπία: Πληρώνουμε εξοπλισμό που στην Ευρώπη θεωρείται περιττός»
Την ώρα που χώρες όπως η Γερμανία και η Γαλλία βασίζονται αποκλειστικά στο ιδιωτικό δίκτυο φωτογραφείων για τη λήψη, εξοικονομώντας εκατομμύρια από τους προϋπολογισμούς τους, το Ελληνικό Δημόσιο επιλέγει να αγοράσει πανάκριβο εξοπλισμό λήψης για τα τμήματα. Αυτή η επιλογή στερεί τη δυνατότητα να μειωθεί το κόστος των παραβόλων για τους Έλληνες πολίτες, οι οποίοι καλούνται να πληρώσουν «φουσκωμένα» ποσά για την έκδοση των υποχρεωτικών εγγράφων τους, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η αγορά καμερών που θα μπορούσαν απλώς να λείπουν από τον διαγωνισμό.
Σύγκριση Κόστους 10ετούς Διαβατηρίου στην Ε.Ε.

Τα 3 Βασικά Συμπεράσματα του Πίνακα:
- Η Αδικία της Αγοραστικής Δύναμης: Ένας Ισπανός πολίτης, με σχεδόν διπλάσιο κατώτατο μισθό από τον Έλληνα, πληρώνει σχεδόν το 1/3 της τιμής (30€ έναντι 84,40€) για το ίδιο ακριβώς ευρωπαϊκό έγγραφο ασφαλείας.
2.Η Σύνδεση Μοντέλου και Κόστους: Οι χώρες που διατηρούν το παράβολο σε χαμηλά επίπεδα (Ισπανία, Πολωνία) είναι αυτές που δεν επιβάρυναν τον κρατικό προϋπολογισμό με την αγορά καμερών και εξοπλισμού για τα τμήματα. Άφησαν τη λήψη στους επαγγελματίες φωτογράφους, γλιτώνοντας εκατομμύρια από τους διαγωνισμούς τους.
3.Το Ελληνικό «Καπέλο»: Στην Ελλάδα, ο πολίτης πληρώνει «καπέλο» στη χρηματοδότηση του διαγωνισμού των 515,4 εκατομμυρίων, προκειμένου να αγοραστούν υποδομές λήψης που στην υπόλοιπη Ευρώπη θεωρούνται περιττές.
Κρίσιμα Ερωτήματα που Απαιτούν Άμεσες Απαντήσεις
- Χρειάζεται πράγματι αυτός ο εξοπλισμός στα τμήματα και ποιος τον σχεδίασε;
- Το ερώτημα: Από τη στιγμή που το κράτος έχει ήδη επενδύσει και λειτουργεί με επιτυχία την πλατφόρμα myPhoto, η οποία συνδέει ψηφιακά τα φωτογραφεία με τις δημόσιες υπηρεσίες, γιατί κρίθηκε απαραίτητο να αγοραστούν εκατοντάδες νέες κάμερες και φωτιστικά για τα αστυνομικά τμήματα;
- Η γκρίζα ζώνη: Ποιοι τεχνικοί σύμβουλοι ή επιτροπές σχεδίασαν τις προδιαγραφές της διακήρυξης (τεύχη διαγωνισμού); Γιατί αγνόησαν το έτοιμο ιδιωτικό δίκτυο των 3.500 φωτογραφείων και επέλεξαν ένα μοντέλο που διογκώνει το κόστος του έργου, αναγκάζοντας το Δημόσιο να αγοράσει εξοπλισμό που στην υπόλοιπη Ευρώπη θεωρείται περιττός;
- Γιατί ο διαγωνισμός «τρέχει» με τέτοια ταχύτητα σε προεκλογική περίοδο;
- Το ερώτημα: Έργα τέτοιου βελινεκού (515,4 εκατ. ευρώ) και με διάρκεια 10-15 ετών δεσμεύουν τη χώρα και τις επόμενες κυβερνήσεις. Γιατί επιλέγεται η συγκεκριμένη χρονική συγκυρία, μεσούσης μιας έντονης πολιτικής και προεκλογικής περιόδου, για να κλειδώσει ένας διαγωνισμός-μαμούθ;
- Η κριτική: Η βιασύνη για την καταληκτική ημερομηνία της Α’ Φάσης (25 Ιουλίου 2026) εγείρει ερωτήματα για το αν η κυβέρνηση επιδιώκει να παρουσιάσει το έργο ως «ψηφιακό επίτευγμα» προεκλογικά, προτού το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) προλάβει να αποφανθεί επί των εκκρεμών προσφυγών για την αντισυνταγματικότητα της διαδικασίας.
- Γιατί το κόστος είναι τόσο ακριβότερο από τον μέσο όρο των Ευρωπαίων;
- Το ερώτημα: Πώς δικαιολογείται ένα παράβολο διαβατηρίου στα 84,40 ευρώ στην Ελλάδα των 910 ευρώ κατώτατου μισθού, όταν στην Ισπανία των 1.323 ευρώ κοστίζει μόλις 30 ευρώ;
- Η διαφορά: Η απάντηση κρύβεται στο «φουσκωμένο» αντικείμενο του διαγωνισμού. Το ελληνικό κράτος δεν αγοράζει μόνο το λογισμικό ή τις κάρτες, αλλά μετακυλύει στους πολίτες το κόστος της 15ετούς ιδιωτικής διαχείρισης και του περιττού εξοπλισμού λήψης. Οι Ευρωπαίοι κρατούν τις τιμές χαμηλά επειδή αφήνουν τη λήψη στην ελεύθερη αγορά.
- Γιατί ο διαγωνισμός απευθύνεται αποκλειστικά σε πολυεθνικές;
- Tο ερώτημα: Γιατί το έργο σχεδιάστηκε ως ένα ενιαίο, γιγαντιαίο πακέτο (All-in-One) ύψους μισού δισεκατομμυρίου ευρώ;
- Η συνέπεια: Οι υπερβολικοί σκόπιμοι οικονομικοί και τεχνικοί όροι της διακήρυξης αποκλείουν αυτόματα τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις πληροφορικής από το να διεκδικήσουν αυτόνομα κομμάτια του έργου. Το αποτέλεσμα είναι ο διαγωνισμός να γίνεται «κομμένος και ραμμένος» για ένα κλειστό τραστ 3-4 μεγάλων κοινοπραξιών, όπου τα κέρδη και η τεχνογνωσία κατευθύνονται σε ξένους πολυεθνικούς κολοσσούς (Thales, Idemia, Mühlbauer), ενώ η ελληνική αγορά οδηγείται σε αφαίμαξη.
Πρόκειται πράγματι για έναν <<φωτογραφικό>> διαγωνισμό.
ΣΕΚΑΦ
Πηγή: photo.gr





