Σύνοψη: Το πόρισμα της Πυροσβεστικής για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς της ΔΥΠΑ αναδεικνύει εκτεταμένες ελλείψεις σε συστήματα πυρασφάλειας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις εργαζομένων και συνδικαλιστικών φορέων. Δομές σε περιοχές όπως η Αγία Βαρβάρα, τα Άνω Λιόσια και το Ολυμπιακό Χωριό χαρακτηρίζονται υψηλής επικινδυνότητας, με απουσία βασικών μέτρων όπως πυρανίχνευση και πιστοποιητικά πυροπροστασίας.
Η κατάσταση αυτή συνδέεται με χρόνια προβλήματα υποχρηματοδότησης, ελλιπούς συντήρησης και θεσμικών ασαφειών ως προς τους ελέγχους. Οι εργαζόμενοι ζητούν άμεση αναστολή λειτουργίας επικίνδυνων δομών και ενίσχυση του προσωπικού, ενώ η ΔΥΠΑ δηλώνει ότι έχουν ήδη ξεκινήσει διορθωτικές παρεμβάσεις.
Το ζήτημα αποκτά ευρύτερη πολιτική διάσταση, καθώς αναδεικνύει τις αδυναμίες του κράτους πρόνοιας στη διασφάλιση βασικών συνθηκών ασφάλειας για τα παιδιά, θέτοντας κρίσιμα ερωτήματα για τη λειτουργία και τον έλεγχο των δημόσιων κοινωνικών δομών.
————
Αναλυτικά…
Η αποκάλυψη του πορίσματος της Πυροσβεστικής για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς της ΔΥΠΑ δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη περιστατικό διοικητικής ανεπάρκειας. Αντιθέτως, αναδεικνύει μια βαθύτερη, διαχρονική παθογένεια του ελληνικού κράτους πρόνοιας: την αδυναμία διασφάλισης στοιχειωδών όρων ασφάλειας σε δομές που φιλοξενούν τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες – τα βρέφη και τα νήπια.
Το πόρισμα καταγράφει εικόνες που προκαλούν ανησυχία έως και σοκ. Σε δομές όπως της Αγία Βαρβάρα, των Άνω Λιόσια και του Ολυμπιακό Χωριό εντοπίζονται σοβαρές ελλείψεις, που τις κατατάσσουν σε καθεστώς υψηλής επικινδυνότητας. Η απουσία ολοκληρωμένων μελετών πυροπροστασίας, η μη λειτουργία συστημάτων πυρανίχνευσης και η ανεπάρκεια βασικού εξοπλισμού συνθέτουν ένα περιβάλλον δυνητικά επικίνδυνο.
Η κατάσταση δεν είναι καλύτερη σε άλλες περιοχές της Δυτικής Αττικής, όπως το Ίλιον, το Περιστέρι και το Χαϊδάρι, όπου οι σταθμοί χαρακτηρίζονται μέσης επικινδυνότητας. Εκεί, τα προβλήματα εστιάζονται κυρίως σε δυσλειτουργίες εξοπλισμού, όπως αντλίες εκτός λειτουργίας και ελλιπής κάλυψη πυρανιχνευτών. Αν και η κατηγορία «μέσης επικινδυνότητας» ακούγεται λιγότερο ανησυχητική, στην πραγματικότητα, σε δομές φιλοξενίας παιδιών, ακόμη και μικρές αστοχίες μπορεί να έχουν δυσανάλογα μεγάλες συνέπειες.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η πλειονότητα των σταθμών δεν διαθέτει τα απαιτούμενα πιστοποιητικά πυροπροστασίας. Παράλληλα, η απουσία κρίσιμων στοιχείων, όπως φωτισμός ασφαλείας και διαχωρισμός λεβητοστασίων, αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ταχείας εξάπλωσης πυρκαγιάς και δυσχεραίνει την εκκένωση των χώρων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων δεν αποτελούν απλώς μια συντεχνιακή αντίδραση. Η 24ωρη απεργία και η συμβολική κατάληψη των κεντρικών γραφείων της ΔΥΠΑ αντανακλούν μια βαθύτερη αγωνία για τη λειτουργία των δημόσιων δομών. Οι εργαζόμενοι επισημαίνουν ότι η επισφάλεια δεν αφορά μόνο τις εργασιακές σχέσεις τους, αλλά επεκτείνεται και στην ίδια τη λειτουργική επάρκεια των σταθμών.
Η παρέμβαση του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ αναδεικνύει ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: τη θεσμική ασάφεια ως προς τους ελέγχους. Η Πυροσβεστική επικεντρώνεται στην ενεργητική πυροπροστασία, ενώ η παθητική, –που περιλαμβάνει δομικά στοιχεία, εξόδους κινδύνου και οδεύσεις διαφυγής–, παραμένει εκτός ενιαίου ελέγχου. Το αποτέλεσμα είναι ένα κατακερματισμένο σύστημα εποπτείας, όπου οι ευθύνες διαχέονται και η συνολική εικόνα παραμένει ασαφής.
Το αίτημα για αναστολή λειτουργίας επικίνδυνων δομών αποτελεί, υπό αυτό το πρίσμα, μια ακραία αλλά όχι αδικαιολόγητη πρόταση. Σε χώρους όπου τα παιδιά δεν έχουν τη δυνατότητα αυτοεκκένωσης, η πρόληψη αποκτά απόλυτη προτεραιότητα. Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου μέτρου θα δημιουργούσε άμεσα κοινωνικά προβλήματα, καθώς οι οικογένειες θα έπρεπε να βρουν εναλλακτικές λύσεις φιλοξενίας.
Η διοίκηση της ΔΥΠΑ, από την πλευρά της, επιχειρεί να ισορροπήσει μεταξύ αναγνώρισης του προβλήματος και διαχείρισης της κρίσης. Δηλώνει ότι δεν ζητήθηκε αναστολή λειτουργίας από την Πυροσβεστική και ότι έχουν ήδη ξεκινήσει διαδικασίες συμμόρφωσης. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι δεν έχει σημειωθεί μέχρι σήμερα κάποιο σοβαρό περιστατικό.
Ωστόσο, αυτή η επιχειρηματολογία, αν και τυπικά ορθή, δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: γιατί απαιτήθηκε ένα πόρισμα για να αναδειχθούν προβλήματα που θα έπρεπε να είχαν εντοπιστεί και επιλυθεί προ πολλού;
Η υπόθεση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υποχρηματοδότησης και διοικητικής αδυναμίας των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών. Οι βρεφονηπιακοί σταθμοί της ΔΥΠΑ εξυπηρετούν χιλιάδες οικογένειες, λειτουργώντας ως βασικός πυλώνας κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, η εξάρτησή τους από προγράμματα προσωρινής χρηματοδότησης, όπως το ΕΣΠΑ, και η έλλειψη μόνιμου προσωπικού δημιουργούν συνθήκες διαρκούς αστάθειας.
Οι εργαζόμενοι συνδέουν ευθέως τα ζητήματα ασφάλειας με την εργασιακή επισφάλεια, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη σταθερού προσωπικού υπονομεύει τη συνεχή συντήρηση και παρακολούθηση των υποδομών. Παράλληλα, εκφράζουν ανησυχίες για πολιτικές επιλογές που περιορίζουν τις προσλήψεις και ενισχύουν την υποστελέχωση.
Στο βάθος, η κρίση αυτή αποκαλύπτει ένα δομικό πρόβλημα: την αντίφαση μεταξύ της ανάγκης για ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και των περιορισμένων πόρων που διατίθενται για αυτές. Η ασφάλεια των παιδιών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον ζήτημα ή ως τεχνική λεπτομέρεια. Αντιθέτως, αποτελεί θεμελιώδη υποχρέωση του κράτους.
Συνολικά…
Η υπόθεση των βρεφονηπιακών σταθμών της ΔΥΠΑ λειτουργεί ως καμπανάκι για το σύνολο του δημόσιου τομέα. Δεν πρόκειται απλώς για μεμονωμένες ελλείψεις, αλλά για ενδείξεις ενός συστήματος που λειτουργεί οριακά, χωρίς επαρκείς μηχανισμούς πρόληψης και ελέγχου.
Η πολιτεία καλείται να δώσει άμεσες και ουσιαστικές απαντήσεις, όχι μόνο με διορθωτικές παρεμβάσεις, αλλά με μια συνολική στρατηγική αναβάθμισης των κοινωνικών υποδομών. Αυτό περιλαμβάνει επενδύσεις σε εξοπλισμό, ενίσχυση του ανθρώπινου δυναμικού και, κυρίως, θεσμική ενοποίηση των ελέγχων.
Σε τελική ανάλυση, η ασφάλεια των παιδιών δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή σταδιακής συμμόρφωσης. Είναι ένα απόλυτο κριτήριο αξιολόγησης της λειτουργίας του κράτους – και κάθε απόκλιση από αυτό συνιστά σοβαρή πολιτική και ηθική αποτυχία.
—————
Η ανακοίνωση-καταγγελία του ΠΑΝΣΥΠΟ (πηγή: pansypo.gr)
«Πόρισμα φωτιά: αποκαλύπτει πλήρη αποτυχία πυρασφάλειας-Πυροσβεστική Υπηρεσία για τους Βρεφονηπιακούς Σταθμούς Δ.ΥΠΑ.

Η υπόθεση της πυρασφάλειας στους Βρεφονηπιακούς Σταθμούς της Δ.ΥΠ.Α. δεν επιδέχεται πλέον καμία αμφισβήτηση, καμία υποβάθμιση και καμία επικοινωνιακή διαχείριση. Τα ευρήματα της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για επτά από τους 28 βρεφονηπιακούς σταθμούς, όπως αποτυπώνονται στο επίσημο πόρισμα ελέγχου το οποίο μας κοινοποιήθηκε την 21η Απριλίου 2026, αποκαλύπτουν μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να κρυφτεί: δομές στις οποίες φιλοξενούνται βρέφη και νήπια λειτουργούν με σοβαρές, συγκεκριμένες και επικίνδυνες ελλείψεις πυρασφάλειας.
Είναι απολύτως σαφές ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν προέκυψαν αυτεπάγγελτα. Πραγματοποιήθηκαν κατόπιν των επανειλημμένων καταγγελιών του ΠΑΝΣΥΠΟ και της επίδοσης εξώδικης δήλωσης – πρόσκλησης – διαμαρτυρίας προς τη Διοίκηση της Δ.ΥΠ.Α., με τις οποίες αναδείξαμε εγκαίρως και τεκμηριωμένα τον κίνδυνο. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, η κατάσταση θα παρέμενε στο σκοτάδι και οι σταθμοί θα συνέχιζαν να λειτουργούν χωρίς κανέναν ουσιαστικό έλεγχο.
Στους σταθμούς που ελέγχθηκαν, διαπιστώθηκαν ελλείψεις σε βασικά μέσα πυροπροστασίας, όπως απουσία πυροσβεστήρων, ελλιπής κάλυψη από πυρανιχνευτές και μη εγκατάσταση των προβλεπόμενων φαροσειρήνων. Σε χώρους όπου απαιτείται άμεση ανίχνευση και ειδοποίηση, το αυτόματο σύστημα πυρανίχνευσης είτε δεν είχε εγκατασταθεί πλήρως είτε παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα λειτουργίας, ακόμη και ενδείξεις σφάλματος που καθιστούν το σύστημα αναξιόπιστο.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι σε ορισμένους ελεγχθέντες σταθμούς οι πυροσβεστικές αντλίες δεν λειτούργησαν κατά τη δοκιμή, γεγονός που σημαίνει ότι σε πραγματικό περιστατικό πυρκαγιάς δεν θα υπήρχε δυνατότητα άμεσης κατάσβεσης. Σε άλλες περιπτώσεις, το πυροσβεστικό συγκρότημα βρέθηκε διαβρωμένο, εκτός ηλεκτρικής τροφοδοσίας και πλήρως εκτός λειτουργίας. Σε σταθμούς καταγράφηκαν περιπτώσεις όπου το σύστημα πυρανίχνευσης ήταν ανενεργό με κομμένες καλωδιώσεις, ενώ σε άλλους ο πίνακας εμφάνιζε σφάλματα χωρίς αποκατάσταση της λειτουργίας του.
Σε χώρους υψηλού κινδύνου, όπως λεβητοστάσια και ηλεκτρικοί πίνακες, απουσίαζαν τα προβλεπόμενα συστήματα προσυναγερμού, ενώ σε δεξαμενές καυσίμου δεν υπήρχαν λεκάνες ασφαλείας. Καταγράφηκαν ελλείψεις σε φωτισμό ασφαλείας, γεγονός που σε συνθήκες εκκένωσης μπορεί να οδηγήσει σε αποδιοργάνωση και εγκλωβισμό. Σε αρκετές περιπτώσεις, λεβητοστάσια και μηχανοστάσια δεν ήταν διαχωρισμένα ως πυροδιαμερίσματα, αυξάνοντας τον κίνδυνο ταχείας εξάπλωσης πυρκαγιάς.
Ιδιαίτερα σοβαρή είναι η διαπίστωση ότι σε ορισμένους σταθμούς δεν υπήρχε κανένα οργανωμένο μέτρο πυροπροστασίας πέραν ελάχιστων πυροσβεστήρων, ενώ σε άλλους δεν υπήρχε ούτε εγκεκριμένη μελέτη πυροπροστασίας ούτε πιστοποιητικό πυρασφάλειας ούτε βιβλίο συντήρησης μέσων. Σε αυτές τις περιπτώσεις επιβλήθηκαν ήδη διοικητικά πρόστιμα, επιβεβαιώνοντας ότι οι παραβάσεις είναι βεβαιωμένες.
Τα ευρήματα αυτά δεν είναι αποσπασματικά. Επαναλαμβάνονται σε διαφορετικούς σταθμούς και επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα είναι ευρύτερο και βαθύτερο. Το γεγονός ότι όλα αυτά προέκυψαν σε περιορισμένο αριθμό ελέγχων ενισχύει την εύλογη εκτίμηση ότι η πραγματική εικόνα στο σύνολο των δομών είναι ακόμη πιο ανησυχητική.
Την ίδια στιγμή, οι έλεγχοι περιορίζονται μόνο στην ενεργητική πυροπροστασία, ενώ η παθητική πυροπροστασία –έξοδοι κινδύνου, οδεύσεις διαφυγής και δομική ασφάλεια– παραμένει εκτός ελέγχου από την Πυροσβεστική και υπάγεται στις Υπηρεσίες Δόμησης, χωρίς μέχρι σήμερα να υπάρχει σαφής και δημόσια εικόνα.
Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δεν μπορεί να γίνεται ανεκτό να λειτουργούν δομές με βρέφη και νήπια χωρίς πλήρη και αποδεδειγμένη πυρασφάλεια.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ απαιτεί άμεσα μέτρα από τη Διοίκηση της Δ.ΥΠ.Α. Η λειτουργία κάθε Βρεφονηπιακού Σταθμού που δεν πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις πυρασφάλειας πρέπει να ανασταλεί άμεσα, χωρίς καμία εξαίρεση και χωρίς καμία καθυστέρηση. Η προστασία της ζωής προηγείται κάθε διοικητικής ή λειτουργικής σκοπιμότητας.
Ταυτόχρονα, η Διοίκηση οφείλει να εξασφαλίσει άμεσα εναλλακτικές λύσεις για τη φιλοξενία των παιδιών, με ευθύνη της και χωρίς καμία επιβάρυνση των οικογενειών, ώστε να μην μετακυλιστεί το πρόβλημα στους γονείς.
Η πλήρης, άμεση και ειλικρινής ενημέρωση των γονέων είναι αυτονόητη υποχρέωση. Οι οικογένειες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν την πραγματική κατάσταση των δομών όπου φιλοξενούνται τα παιδιά τους, ιδίως όταν έχουν ήδη διαπιστωθεί παραβάσεις από την αρμόδια αρχή.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ προχωρά άμεσα σε ενημέρωση της Βουλής και των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, βάσει του πορίσματος της Πυροσβεστικής, το οποίο προέκυψε αποκλειστικά μετά από τις καταγγελίες και την εξώδικη παρέμβασή μας.
Η κατάσταση έχει πλέον τεκμηριωθεί. Οι ευθύνες είναι σαφείς. Από αυτό το σημείο και μετά, κάθε καθυστέρηση συνιστά συνειδητή επιλογή.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ δεν θα επιτρέψει να συνεχιστεί η λειτουργία δομών υπό καθεστώς επισφάλειας. Κανένα βρέφος, κανένα νήπιο δεν έχει τη δυνατότητα αυτο-εκκένωσης σε περίπτωση πυρκαγιάς.
Ο Σύλλογός μας θα προχωρήσει σε κάθε αναγκαία ενέργεια μέχρι να διασφαλιστεί πλήρως η ασφάλεια των παιδιών και των εργαζομένων.»





