Σύνοψη: Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε περίοδο βαθιάς εσωτερικής φθοράς και πολυεπίπεδης κρίσης αξιοπιστίας. Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει σημάδια εσωκομματικής κόπωσης απέναντι στο υπερσυγκεντρωτικό μοντέλο του επιτελικού κράτους, ενώ η αντιπολίτευση μοιάζει κατακερματισμένη, ιδεολογικά αμήχανη και πολιτικά ανασφαλής.
ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, Πλεύση Ελευθερίας, Ελληνική Λύση και μικρότεροι σχηματισμοί αναλώνονται σε εσωτερικές συγκρούσεις, αρχηγικές λογικές και αγωνία πολιτικής επιβίωσης. Παράλληλα, τα σενάρια δημιουργίας νέων κομμάτων από τον Αλέξη Τσίπρα, τη Μαρία Καρυστιανού ή ακόμη και θρησκευτικού-συντηρητικού χαρακτήρα πολιτικές κινήσεις, επιβεβαιώνουν τη συνολική ρευστότητα του συστήματος.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ακροδεξιές και ακροαριστερές γκρούπες επιχειρούν να εκμεταλλευτούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια, ενισχύοντας τον πολιτικό κατακερματισμό. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό τοπίο χωρίς σταθερές, χωρίς σαφές όραμα και με ολοένα αυξανόμενη κοινωνική δυσπιστία απέναντι στο σύνολο σχεδόν του πολιτικού προσωπικού της χώρας.
———–
Αναλυτικά…
Η ελληνική πολιτική σκηνή θυμίζει πλέον περισσότερο πεδίο εσωτερικής νευρικής κρίσης παρά οργανωμένο δημοκρατικό ανταγωνισμό ιδεών. Η γκρίνια, η καχυποψία, οι προσωπικές στρατηγικές και η πολιτική ανασφάλεια έχουν διαπεράσει σχεδόν όλα τα κόμματα, από την κυβέρνηση έως την αντιπολίτευση, από τα συστημικά σχήματα έως τις ακραίες πολιτικές γκρούπες που επιβιώνουν στις παρυφές του δημόσιου λόγου.
του Νίκου Παρίκου
Η εικόνα της σταθερότητας που επιχειρεί να εκπέμψει η Νέα Δημοκρατία αρχίζει να εμφανίζει σοβαρές ρωγμές στο εσωτερικό της. Το περίφημο «επιτελικό κράτος» του Κυριάκου Μητσοτάκη, το οποίο αρχικά παρουσιάστηκε ως μοντέλο αποτελεσματικής διακυβέρνησης, έχει εξελιχθεί σε μόνιμη πηγή εσωκομματικής δυσαρέσκειας. Βουλευτές, υπουργοί και κομματικά στελέχη αισθάνονται ότι κυβερνά ένας στενός πυρήνας εξουσίας γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου, ενώ οι ίδιοι περιορίζονται σε ρόλο πολιτικών κομπάρσων.
Η δυσαρέσκεια αυτή δεν εκδηλώνεται πάντα δημόσια. Όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες, η γκρίνια είναι διαρκής. Οι βουλευτές βλέπουν ότι η πολιτική και επικοινωνιακή υπεροχή ανήκει σε εξωκοινοβουλευτικούς τεχνοκράτες, συμβούλους και επικοινωνιακούς διαχειριστές, ενώ οι ίδιοι καλούνται απλώς να στηρίζουν επιλογές που συχνά δεν συναποφασίζουν.
Η υπόθεση των Τεμπών, οι υποκλοπές, η ακρίβεια, η κατάρρευση βασικών κρατικών λειτουργιών και η αίσθηση αλαζονείας εξουσίας έχουν επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το εσωτερικό κλίμα. Καθώς πλησιάζει το 2027, πολλοί «γαλάζιοι» βουλευτές ανησυχούν ότι θα πληρώσουν οι ίδιοι την κυβερνητική φθορά, ενώ το κέντρο λήψης αποφάσεων θα παραμείνει απρόσβλητο.
Στον ΣΥΡΙΖΑ, η κατάσταση μοιάζει ακόμη πιο δραματική. Το κόμμα δεν έχει ακόμη συνέλθει από τη στρατηγική και ιδεολογική αποσύνθεση που ακολούθησε τις εκλογικές ήττες και τη φυγή Τσίπρα από την ηγεσία. Οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι προσωπικές φιλοδοξίες, οι αποχωρήσεις στελεχών και η αδυναμία συγκρότησης πειστικής αντιπολιτευτικής πρότασης έχουν δημιουργήσει εικόνα πολιτικής απορρύθμισης.
Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο φαντάσματα: το παρελθόν της διακυβέρνησής του και την αδυναμία του να περιγράψει ένα νέο μέλλον. Και πάνω από όλα αιωρείται το ενδεχόμενο επιστροφής του Αλέξη Τσίπρα με νέο πολιτικό φορέα. Το σενάριο ενός νέου κόμματος υπό τον πρώην πρωθυπουργό λειτουργεί ήδη αποσταθεροποιητικά. Στελέχη κινούνται με το βλέμμα στραμμένο όχι στη σημερινή ηγεσία αλλά στις πιθανές μελλοντικές εξελίξεις.
Το ΠΑΣΟΚ, παρά τη δημοσκοπική του ανθεκτικότητα, παραμένει πολιτικά εγκλωβισμένο. Η ηγεσία Ανδρουλάκη αδυνατεί να μετατρέψει τη φθορά της κυβέρνησης σε δυναμική εξουσίας. Στο εσωτερικό του κόμματος συνυπάρχουν διαφορετικές στρατηγικές, προσωπικές φιλοδοξίες και ιστορικοί μηχανισμοί που αλληλοϋπονομεύονται σιωπηρά. Το κόμμα εξακολουθεί να κινείται μεταξύ «αντιδεξιού μετώπου» και θεσμικής κεντροαριστερής σοβαρότητας χωρίς ξεκάθαρη πολιτική πυξίδα.
Η Πλεύση Ελευθερίας της Ζωής Κωνσταντοπούλου εμφανίζεται δημοσκοπικά ενισχυμένη, αξιοποιώντας τη λαϊκή οργή για τα Τέμπη και τη γενικότερη κρίση εμπιστοσύνης. Ωστόσο, πίσω από τη δυναμική εικόνα, το κόμμα παραμένει εξαιρετικά προσωποκεντρικό. Η πολιτική του ταυτότητα εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τη δημόσια παρουσία της αρχηγού του. Και αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη πολιτική του συνοχή.
Η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου εξακολουθεί να επενδύει στον εθνικολαϊκισμό, στον θυμικό λόγο και στην αντισυστημική ρητορική. Όμως και εκεί οι εσωτερικές ισορροπίες είναι εύθραυστες. Το κόμμα λειτουργεί απολύτως αρχηγικά, ενώ ο ανταγωνισμός με άλλους δεξιότερους σχηματισμούς και διάσπαρτες ακροδεξιές γκρούπες ενισχύει τη νευρικότητα στο εσωτερικό του χώρου.
Το ΚΚΕ αποτελεί ίσως τη μοναδική πολιτική δύναμη με σταθερή κομματική δομή και σαφή ιδεολογική γραμμή. Ωστόσο, ακόμη και εκεί, η σταθερότητα αυτή συνοδεύεται από έντονη εσωτερική περιχαράκωση και πολιτική ακαμψία. Το κόμμα επιμένει σε ένα μοντέλο αυστηρής κομματικής πειθαρχίας που συχνά το απομακρύνει από ευρύτερα κοινωνικά ακροατήρια, παρά τη διαχρονική οργανωτική του συνοχή.
Την ίδια στιγμή, η δημόσια συζήτηση γύρω από ένα πιθανό κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού αποκαλύπτει το μέγεθος της κοινωνικής απογοήτευσης. Ανεξαρτήτως αν το εγχείρημα προχωρήσει ή όχι, το γεγονός ότι ένα πρόσωπο που συνδέθηκε με την τραγωδία των Τεμπών καταγράφεται ως πιθανή πολιτική έκφραση δείχνει πόσο βαθιά είναι η κρίση αντιπροσώπευσης.
Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται και με τις κινήσεις για υπαρξιακή συντήρηση σε λειτουργία «χριστιανικού κόμματος», που επιχειρούν να εκφράσουν συντηρητικά, θρησκευτικά και αντισυστημικά αντανακλαστικά ενός τμήματος της κοινωνίας. Πρόκειται για μορφώματα που αξιοποιούν τη δυσπιστία απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα, συχνά επενδύοντας σε θεωρίες συνωμοσίας, πολιτισμικούς φόβους και ακραίο συντηρητισμό.
Στις παρυφές του πολιτικού συστήματος, ακροδεξιές και ακροαριστερές γκρούπες επιχειρούν να εκμεταλλευτούν την κοινωνική οργή και την απαξίωση των θεσμών. Από εθνικιστικούς κύκλους μέχρι αντισυστημικές συλλογικότητες της άκρας Αριστεράς, η κοινή συνισταμένη είναι η ίδια: η εκμετάλλευση της κοινωνικής απογοήτευσης και η καλλιέργεια πολιτικού θυμού χωρίς ουσιαστική κυβερνητική πρόταση.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι βαθύτερο. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δείχνει να έχει χάσει τη δυνατότητα να παράγει συλλογικό όραμα. Τα κόμματα λειτουργούν ολοένα περισσότερο ως προσωποκεντρικοί μηχανισμοί εξουσίας και λιγότερο ως ζωντανοί πολιτικοί οργανισμοί με κοινωνική αναφορά.
Οι πολίτες παρακολουθούν μια ατελείωτη εσωτερική διαμάχη μηχανισμών, την ώρα που η καθημερινότητα γίνεται ολοένα δυσκολότερη: ακρίβεια, στεγαστική κρίση, υποβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών, εργασιακή ανασφάλεια, δημογραφικό πρόβλημα, θεσμική δυσπιστία. Και μέσα σε όλα αυτά, η πολιτική τάξη μοιάζει περισσότερο απασχολημένη με τη διαχείριση της προσωπικής της επιβίωσης.
Η γκρίνια πλέον δεν είναι απλώς σύμπτωμα. Είναι η ίδια η πολιτική πραγματικότητα της χώρας.
Επιμύθιο…
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε μία περίοδο παρατεταμένης αστάθειας, όπου η εσωστρέφεια και η πολιτική ανασφάλεια διαπερνούν σχεδόν κάθε κομματικό χώρο. Η Νέα Δημοκρατία αντιμετωπίζει τη φθορά της υπερσυγκεντρωτικής εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει εγκλωβισμένος στην κρίση ταυτότητας, το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να κεφαλαιοποιήσει τη συγκυρία, ενώ μικρότερα κόμματα και προσωποκεντρικοί σχηματισμοί αναπτύσσονται πάνω στο έδαφος της κοινωνικής οργής και της απογοήτευσης.
Τα σενάρια νέων πολιτικών φορέων από τον Αλέξη Τσίπρα, τη Μαρία Καρυστιανού ή θρησκευτικούς-συντηρητικούς κύκλους καταδεικνύουν ότι η κρίση εκπροσώπησης βαθαίνει. Παράλληλα, ακροδεξιές και ακροαριστερές γκρούπες επιχειρούν να καλύψουν το κενό αξιοπιστίας του συστήματος, τροφοδοτώντας περαιτέρω τον πολιτικό κατακερματισμό.
Το πρόβλημα πλέον δεν αφορά μόνο τη λειτουργία των κομμάτων αλλά τη συνολική ποιότητα της δημοκρατίας. Όταν η πολιτική αναλώνεται σε μηχανισμούς ελέγχου, προσωπικές στρατηγικές και επικοινωνιακές κατασκευές, τότε η κοινωνία απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς και τη συλλογική πολιτική προοπτική.





