Σύνοψη: Η νέα επίθεση του Αλέξη Τσίπρα, κατά των τραπεζών και των «υπερκερδών» τους, συνιστά μια απόπειρα πολιτικής επαναφοράς μέσω της γνώριμης αντισυστημικής ρητορικής. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να εμφανιστεί ως υπερασπιστής της κοινωνίας απέναντι στις τράπεζες και τα ξένα funds, προτείνοντας ακόμη και «πατριωτική εισφορά» στα κέρδη τους. Ωστόσο, η παρέμβασή του προσκρούει σε μια βαριά πολιτική πραγματικότητα: η δική του διακυβέρνηση συνδέθηκε με capital controls, κατάρρευση τραπεζικών αποτιμήσεων, τρίτη ανακεφαλαιοποίηση, υπερφορολόγηση της μεσαίας τάξης και μεταφορά τραπεζικού ελέγχου σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια.
Η νέα στρατηγική Τσίπρα φαίνεται να στοχεύει στην εκ νέου συσπείρωση λαϊκών και οικονομικά πιεσμένων στρωμάτων που αισθάνονται αποκλεισμένα από την ανάπτυξη και απογοητευμένα από την επιδοματική εκδοχή κοινωνικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Παράλληλα, επιχειρεί να υπερκεράσει πολιτικά το ΠΑΣΟΚ και να ανακτήσει τον ρόλο του βασικού εκφραστή της αντιπολίτευσης. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ο σημερινός αντιτραπεζικός λόγος του συγκρούεται ευθέως με τις επιλογές της δικής του διακυβέρνησης.
————
Αναλυτικά…
Το πολιτικό του αδιέξοδο Αλέξη που δεν μπορεί να το υπερβεί : θέλει να μιλήσει ξανά σαν αντισυστημικός, ενώ έχει ήδη κυβερνήσει ως βαθιά συστημικός.
Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί ξανά να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε πολιτικά: στον εύκολο αντισυστημισμό, στη ρητορική κατά των τραπεζών, των funds και των «ολιγαρχών». Μόνο που αυτή τη φορά υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Μεσολάβησε η διακυβέρνησή του. Και η πραγματικότητα έχει την κακή συνήθεια να θυμάται.
Η πρόσφατη παρέμβασή του για τις τράπεζες, τα υπερκέρδη και την ανάγκη επιβολής «πατριωτικής εισφοράς» δεν αποτελεί οικονομική πρόταση σοβαρής διακυβέρνησης. Είναι μια καθαρά πολιτική προσπάθεια αναστήλωσης του παλιού αφηγήματος του «αντισυστημικού Αλέξη», ο οποίος δήθεν πολεμά τις ελίτ και υπερασπίζεται τους αδύναμους απέναντι στην οικονομική εξουσία.
Το πρόβλημα είναι ότι ο ίδιος υπήρξε ο πολιτικός που, στην πράξη, έκανε όσα κατήγγελλε.
Ο άνθρωπος που σήμερα μιλά για τις τράπεζες των funds είναι ο ίδιος που κυβέρνησε όταν οι ελληνικές τράπεζες πέρασαν ουσιαστικά στον έλεγχο των ξένων funds. Ο πολιτικός που καταγγέλλει την τραπεζική αισχροκέρδεια είναι ο ίδιος που παρέλαβε τράπεζες με ισχυρή κρατική συμμετοχή και παρέδωσε τράπεζες απολύτως εξαρτημένες από διεθνή επενδυτικά κεφάλαια.
Και το έκανε μέσα από τη μεγαλύτερη τραπεζική αποσταθεροποίηση της μεταπολίτευσης.
Η «υπερήφανη διαπραγμάτευση» του 2015 δεν ήταν κάποια επαναστατική στιγμή εθνικής αξιοπρέπειας, όπως επιχειρεί ακόμη να την παρουσιάζει ο ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν μια περίοδος οικονομικού πανικού, φυγής καταθέσεων, διάλυσης εμπιστοσύνης στην οικονομική διακυβέρνηση και απόλυτης αβεβαιότητας. Δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ έφυγαν από τις τράπεζες μέσα σε λίγους μήνες. Οι πολίτες φοβήθηκαν για τις καταθέσεις τους, οι επιχειρήσεις πάγωσαν και η οικονομία οδηγήθηκε σε ασφυξία.
Το αποτέλεσμα ήταν οι κλειστές τράπεζες και τα capital controls. Η εικόνα ηλικιωμένων έξω από τα ΑΤΜ δεν ήταν κάποιο φυσικό φαινόμενο. Ήταν πολιτικό αποτέλεσμα. Και είχε υπογραφή.
Η τρίτη ανακεφαλαιοποίηση αποτέλεσε τη χαριστική βολή. Οι τραπεζικές μετοχές κατέρρευσαν, το δημόσιο έχασε τεράστιες αξίες από τη συμμετοχή του στις τράπεζες και τα ξένα funds μπήκαν σε αυτές κυριαρχικά, αγοράζοντας σε εξευτελιστικές τιμές. Αυτή είναι η πραγματικότητα που σήμερα ο Αλέξης καταγγέλλει λες και συνέβη από κάποιον άλλον.
Και δεν σταμάτησε εκεί.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, που ανέβηκε στην εξουσία πάνω με βασικό σύνθημα «κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη», ήταν τελικά εκείνη που έκανε τους πλειστηριασμούς ηλεκτρονικούς, πιο γρήγορους και πιο αποτελεσματικούς για τις τράπεζες και τα funds. Η ίδια κυβέρνηση ποινικοποίησε στην πράξη τις αντιδράσεις κατά των πλειστηριασμών, φτάνοντας στο σημείο να βλέπει πρώην συντρόφους της να διώκονται επειδή διαμαρτύρονταν.
Ακόμη πιο βαρύ ήταν το οικονομικό αποτύπωμα στη μεσαία τάξη. Η υπερφορολόγηση των ετών 2016-2019 δεν ήταν απλώς μια μνημονιακή υποχρέωση. Ήταν πολιτική επιλογή. Υψηλές εισφορές, φορολογική εξόντωση επαγγελματιών, διαρκής πίεση σε μικρομεσαίους, και ταυτόχρονα ένα κράτος που μοίραζε επιδόματα αντί να παράγει ανάπτυξη.
Αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό σημείο της σημερινής στρατηγικής Τσίπρα. Ο πρώην πρωθυπουργός διαβλέπει ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια μεγαλώνει. Η ακρίβεια πιέζει, η στεγαστική κρίση βαθαίνει και μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αισθάνονται οικονομικά αποκλεισμένα. Παράλληλα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, βασίζεται συχνά σε μια πολιτική επιδομάτων και προσωρινών ενισχύσεων για να απορροφήσει κοινωνικές πιέσεις.
Ο Τσίπρας εκτιμά ότι εκεί υπάρχει πολιτικό κενό. Πιστεύει ότι μπορεί να ξανασυσπειρώσει τα πιο οικονομικά αδύναμα στρώματα, όχι πλέον με όρους επανάστασης, αλλά με όρους κοινωνικής οργής. Επιδιώκει να ξαναχτίσει μια συμμαχία δυσαρεστημένων πολιτών, δημοσίων υπαλλήλων, χαμηλοσυνταξιούχων, επισφαλών εργαζομένων και αντισυστημικών ψηφοφόρων που αισθάνονται ότι δεν συμμετέχουν στην οικονομική ανάκαμψη.
Ταυτόχρονα, επιχειρεί να πιέσει το ΠΑΣΟΚ και προσωπικά τον Νίκο Ανδρουλάκη, εμφανίζοντάς τον ως «ήπια» και συστημική αντιπολίτευση. Ο στόχος είναι προφανής: να ανακτήσει ο ίδιος τον ρόλο του βασικού αντιπάλου του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Μόνο που η στρατηγική αυτή κρύβει και σοβαρούς κινδύνους.
Η πρόταση περί «πατριωτικής εισφοράς» στις τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις μπορεί να ακούγεται ελκυστική σε ένα θυμωμένο ακροατήριο, αλλά θα δημιουργούσε σοβαρά ζητήματα αξιοπιστίας και σταθερότητας σε μια οικονομία που ακόμη εξαρτάται από επενδυτική εμπιστοσύνη και τραπεζική σταθερότητα. Η επιβολή έκτακτων επιβαρύνσεων χωρίς σαφές θεσμικό πλαίσιο θα μπορούσε να ενισχύσει το αίσθημα της επενδυτικής ανασφάλειας, να πιέσει τις τραπεζικές αποτιμήσεις και να δυσκολέψει περαιτέρω τη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Το κυριότερο, όμως, είναι άλλο: ο Τσίπρας προσπαθεί να ξαναπουλήσει ως λύση ακριβώς τη ρητορική που οδήγησε στην αποσταθεροποίηση του 2015. Επενδύει ξανά στον θυμό, στην ενοχοποίηση και στη λογική ότι για όλα φταίνε κάποιοι «ισχυροί». Όμως πλέον δεν εμφανίζεται ως άφθαρτος αντιπολιτευόμενος. Εμφανίζεται ως πρώην πρωθυπουργός που δοκιμάστηκε, υποσχέθηκε σύγκρουση και τελικά υπέγραψε το σκληρότερο μνημόνιο της εποχής.
Και αυτό είναι το πολιτικό του αδιέξοδο: θέλει να μιλήσει ξανά σαν αντισυστημικός, ενώ έχει ήδη κυβερνήσει ως βαθιά συστημικός.
Συνολικά…
Η νέα «αντιτραπεζική εκστρατεία» του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι απλώς μια οικονομική παρέμβαση. Είναι μια απόπειρα πολιτικής επανεκκίνησης μέσω της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την κόπωση των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων, την απογοήτευση από την ακρίβεια και την αίσθηση ότι η ανάπτυξη δεν μοιράζεται δίκαια.
Όμως το βασικό πρόβλημα της στρατηγικής του είναι η ίδια η πολιτική του διαδρομή. Η περίοδος της διακυβέρνησής του συνδέθηκε με capital controls, τραπεζική αποσταθεροποίηση, υπερφορολόγηση, πλειστηριασμούς και τελικά με την είσοδο των funds που σήμερα καταγγέλλει. Έτσι, κάθε νέα καταγγελία του λειτουργεί ταυτόχρονα και ως υπενθύμιση των δικών του επιλογών.
Πολιτικά, ο Τσίπρας φαίνεται να επιδιώκει δύο πράγματα: πρώτον, να επανασυσπειρώσει τα λαϊκά στρώματα που αισθάνονται οικονομικά αποκλεισμένα· δεύτερον, να ανακτήσει τον ρόλο της κυρίαρχης αντιπολιτευτικής δύναμης απέναντι στον Μητσοτάκη και το ΠΑΣΟΚ.
Το ερώτημα είναι αν η κοινωνία αναζητά ξανά τον παλιό αντισυστημισμό ή αν θυμάται πλέον πολύ καθαρά το κόστος που είχε όταν αυτός μετατράπηκε σε κυβερνητική πολιτική.





