Σύνοψη: Σε μια αγορά όπου η μεταβλητότητα της χονδρεμπορικής ηλεκτρικής ενέργειας επηρεάζει άμεσα τις τελικές τιμές, η ΔΕΗ επιλέγει για τον Σεπτέμβριο να μειώσει τη χρέωση του σταθερού myHome Online στα 0,115 €/kWh. Η κίνηση αποκτά ιδιαίτερο βάρος καθώς, σύμφωνα με την ίδια την επιχείρηση, η χονδρεμπορική αγορά βρίσκεται περίπου 21% υψηλότερα από τον Αύγουστο και 43% πάνω από τον Ιούλιο. Την ίδια στιγμή, το πράσινο Γ1/Γ1Ν διαμορφώνεται στα 0,14913 €/kWh για κατανάλωση έως 200 kWh. Το χαρτοφυλάκιο της ΔΕΗ συμπληρώνεται από προϊόντα σταθερής χρέωσης, λύσεις για υψηλές καταναλώσεις, φοιτητικά τιμολόγια και επιλογές δυναμικής τιμολόγησης.
————
Αναλυτικά…
Το «στοίχημα» της σταθερής τιμής
Η είδηση για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας τον Σεπτέμβριο δεν είναι μόνο η ανακοίνωση των νέων χρεώσεων. Είναι κυρίως η επιλογή να μειωθεί ένα σταθερό τιμολόγιο σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος στην αγορά χονδρικής κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το ΔΕΗ myHome Online διατίθεται από 1η Σεπτεμβρίου με χρέωση 0,115 €/kWh, τόσο στη ζώνη κανονικής όσο και στη μειωμένη ζώνη για τους καταναλωτές με διζωνικό μετρητή. Το πάγιο ανέρχεται σε 3,50 ευρώ τον μήνα στη ζώνη κανονικής χρέωσης, ενώ η τιμή της ενέργειας παραμένει σταθερή.
Πρόκειται για μια επιλογή που μεταφέρει μέρος του κινδύνου από τον καταναλωτή στον προμηθευτή. Σε ένα κυμαινόμενο προϊόν, η άνοδος της χονδρικής μπορεί να περάσει στον λογαριασμό. Σε ένα σταθερό προϊόν, αντίθετα, ο πελάτης αγοράζει ουσιαστικά προβλεψιμότητα για τη διάρκεια της σύμβασης.
Αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία όσο πλησιάζουν οι μήνες υψηλότερης κατανάλωσης, όταν η θέρμανση, οι θερμοσίφωνες, οι ηλεκτρικές συσκευές και, σε αρκετές περιπτώσεις, οι αντλίες θερμότητας μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη ζήτηση ενός νοικοκυριού.
- Τι δείχνει το πράσινο τιμολόγιο
Η εικόνα είναι διαφορετική στο ειδικό τιμολόγιο Γ1/Γ1Ν, όπου η τιμή συνδέεται με τον μηχανισμό διακύμανσης.
Για τον Σεπτέμβριο, η τελική τιμή προμήθειας για κατανάλωση έως 200 kWh στη ζώνη κανονικής χρέωσης διαμορφώνεται σε 0,14913 €/kWh, με πάγιο 5 ευρώ τον μήνα. Για κατανάλωση άνω των 200 kWh, η τελική τιμή ανέρχεται σε 0,18544 €/kWh. Στη μειωμένη ζώνη η τελική τιμή διαμορφώνεται σε 0,14605 €/kWh.
Εδώ βρίσκεται και η βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο κατηγορίες προϊόντων. Το πράσινο τιμολόγιο διατηρεί μεγαλύτερη ευελιξία, αλλά ο καταναλωτής δεν έχει την ίδια βεβαιότητα για το κόστος που προσφέρει ένα σταθερό πρόγραμμα.
Η επιλογή, επομένως, δεν είναι απλώς θέμα σύγκρισης μιας τιμής ανά κιλοβατώρα. Συνδέεται με το πόσο ρίσκο είναι διατεθειμένο να αναλάβει κάθε νοικοκυριό.
- Περισσότερες λύσεις για διαφορετικά προφίλ κατανάλωσης
Η ΔΕΗ δεν περιορίζεται σε μία ενιαία πρόταση. Το χαρτοφυλάκιό της περιλαμβάνει διαφορετικά σταθερά προϊόντα, με στόχο να καλύψει διαφορετικά επίπεδα κατανάλωσης.
Το myHome Maxima, διάρκειας 18 μηνών, απευθύνεται σε νοικοκυριά με υψηλή κατανάλωση και προβλέπει πάγιο 13,50 ευρώ τον μήνα. Η χρέωση ανέρχεται σε 0,141 €/kWh για τις πρώτες 600 kWh και μειώνεται στα 0,129 €/kWh για την κατανάλωση πάνω από αυτό το όριο.
Το myHome EnterTwo κινείται στη λογική της διετούς σταθερότητας και αξιοποιεί τη διζωνική τιμολόγηση: 0,145 €/kWh στην κανονική ζώνη και 0,105 €/kWh στη μειωμένη.
Από την άλλη πλευρά, το myHome Plan απευθύνεται σε όσους δίνουν προτεραιότητα στην προβλεψιμότητα της μηνιαίας δαπάνης. Η μηνιαία χρέωση ανέρχεται σε 60 ευρώ και περιλαμβάνει χρεώσεις προμήθειας και ρυθμιζόμενες χρεώσεις, με εκκαθάριση δύο φορές τον χρόνο. Το προϊόν θεωρείται κατάλληλο για ετήσια κατανάλωση περίπου 2.500-4.500 kWh.
- Η φοιτητική αγορά μπαίνει στο επίκεντρο
Ο Σεπτέμβριος έχει και μια ακόμη ιδιαιτερότητα: την επιστροφή των φοιτητών στις πόλεις και την επανεκκίνηση της φοιτητικής στέγης.
Το myHome 4Students προσφέρει σταθερή τιμή 0,115 €/kWh για τις πρώτες 150 kWh τον μήνα, μετά την προβλεπόμενη έκπτωση, ενώ οι επόμενες κιλοβατώρες τιμολογούνται διαφορετικά. Το πάγιο είναι 3 ευρώ και υπάρχει μηδενική χρέωση παγίου για τους θερινούς μήνες.
Η στόχευση αυτή δεν είναι τυχαία. Για ένα φοιτητικό νοικοκυριό, το ζητούμενο δεν είναι συνήθως η κάλυψη πολύ υψηλής κατανάλωσης, αλλά ένας συνδυασμός χαμηλής αρχικής χρέωσης, περιορισμένων σταθερών εξόδων και πρόσθετων παροχών.
- Από τη σταθερή τιμή στη δυναμική αγορά
Η άλλη πλευρά της ενεργειακής αγοράς είναι η δυναμική τιμολόγηση. Προϊόντα όπως το myHome Dynamic απευθύνονται σε καταναλωτές με έξυπνο μετρητή, επιτρέποντας μεγαλύτερη σύνδεση της κατανάλωσης με τις διακυμάνσεις της αγοράς.
Η λογική είναι διαφορετική: αντί ο καταναλωτής να «κλειδώνει» μια τιμή, αποκτά τη δυνατότητα να μεταφέρει μέρος της κατανάλωσής του σε χρονικές περιόδους όπου το κόστος είναι χαμηλότερο.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει και την κατεύθυνση της αγοράς. Οι έξυπνοι μετρητές, η διζωνική χρέωση και η δυνατότητα παρακολούθησης της κατανάλωσης μετατρέπουν σταδιακά το νοικοκυριό από παθητικό καταναλωτή σε ενεργό διαχειριστή της ζήτησής του.
- Η πραγματική σύγκριση δεν τελειώνει στην κιλοβατώρα
Για τον καταναλωτή, πάντως, η ανακοίνωση μιας χαμηλής τιμής δεν αρκεί από μόνη της. Η τελική επιλογή απαιτεί να εξετάζονται η διάρκεια της σύμβασης, το πάγιο, οι προϋποθέσεις των εκπτώσεων, η κατανάλωση του νοικοκυριού και τυχόν χρεώσεις πρόωρης αποχώρησης.
Ιδιαίτερα στα σταθερά προϊόντα, η χαμηλή τιμή μπορεί να λειτουργήσει ως ασφάλεια απέναντι σε μια νέα άνοδο της χονδρικής, αλλά περιορίζει αντίστοιχα το όφελος του καταναλωτή εάν οι τιμές της αγοράς υποχωρήσουν σημαντικά.
Γι’ αυτό και η ουσία της νέας τιμολογιακής εικόνας της ΔΕΗ δεν βρίσκεται μόνο στα 11,5 λεπτά του myHome Online. Βρίσκεται στο γεγονός ότι η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας προσφέρει πλέον περισσότερα διαφορετικά μοντέλα τιμολόγησης, με το ρίσκο και την προβλεψιμότητα να κατανέμονται διαφορετικά ανάμεσα σε προμηθευτή και καταναλωτή.
Συνολικά…
Η κίνηση της ΔΕΗ να μειώσει στα 0,115 €/kWh το myHome Online για τον Σεπτέμβριο αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας στη χονδρεμπορική αγορά. Δεν εξαλείφει, φυσικά, το συνολικό ενεργειακό κόστος ούτε σημαίνει ότι όλοι οι καταναλωτές θα έχουν την ίδια τελική επιβάρυνση. Δημιουργεί όμως ένα ισχυρό σημείο αναφοράς για όσους προτιμούν να γνωρίζουν εκ των προτέρων τη χρέωση της ενέργειας.
Παράλληλα, το εύρος των διαθέσιμων προϊόντων δείχνει ότι η αγορά μετακινείται από το μοντέλο της μίας λύσης προς ένα πιο σύνθετο περιβάλλον επιλογών. Σταθερά, κυμαινόμενα, διζωνικά, δυναμικά και εξειδικευμένα προϊόντα απευθύνονται πλέον σε διαφορετικές ανάγκες. Για τα νοικοκυριά, η σωστή επιλογή θα κριθεί τελικά όχι από την ονομαστική τιμή μιας κιλοβατώρας, αλλά από το πραγματικό προφίλ κατανάλωσης και την ανοχή τους στις διακυμάνσεις.




