Σκιές πάνω από τα 120 εκατ. των διαδραστικών στο Παιδείας – Ο διαγωνισμός που γεννά ερωτήματα – Τι ερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία…

Όταν ο ανταγωνισμός μοιάζει να εξαφανίζεται, τα ερωτήματα αρχίζουν να μιλούν πιο δυνατά.

Σύνοψη: Ο διαγωνισμός ύψους περίπου 120 εκατ. ευρώ για την προμήθεια και εγκατάσταση 36.000 διαδραστικών συστημάτων μάθησης στα σχολεία έχει βρεθεί στο επίκεντρο έρευνας και έντονης δημόσιας συζήτησης. Σύμφωνα με πληροφορίες και καταγγελίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, ερευνώνται ζητήματα που σχετίζονται με πιθανές προσυνεννοήσεις μεταξύ συμμετεχόντων (σύμπραξη καρτέλ), με τον τρόπο κατανομής των έργων και με ιδιαίτερα περιορισμένες οικονομικές εκπτώσεις. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διερευνά εάν προκύπτουν ενδείξεις οικονομικής ζημίας σε κοινοτικούς πόρους, ενώ η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει γνωστοποιήσει ότι διεξάγει ευρύτερη έρευνα για διαγωνισμούς στον τομέα της τεχνολογίας. Να σημειωθεί για τον αναγνώστη ότι «Καμία από τις καταγγελίες δεν συνιστά απόδειξη παράνομων ενεργειών και η έρευνα των ευρωπαϊκών αρχών βρίσκεται σε εξέλιξη».

———-

Αναλυτικά…

«120 εκατ. ευρώ, τρεις “παίκτες” και πολλές συμπτώσεις στο υπουργείο Παιδείας»

Στην Ελλάδα των «ψηφιακών αλμάτων», των μεγαλόστομων εξαγγελιών και των κυβερνητικών πανηγυρισμών περί τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, ένα ερώτημα επιστρέφει διαρκώς σαν πολιτικός εφιάλτης: ποιος κερδίζει τελικά από τις μεγάλες δημόσιες συμβάσεις; Οι μαθητές, το δημόσιο σχολείο και οι φορολογούμενοι ή ένα σύστημα που συχνά μοιάζει να περιστρέφεται γύρω από κλειστούς κύκλους ισχύος;

Ο διαγωνισμός των περίπου 120 εκατ. ευρώ για την προμήθεια και εγκατάσταση 36.000 διαδραστικών συστημάτων μάθησης στα σχολεία έχει πλέον περάσει από τη σφαίρα της τεχνικής διαχείρισης στη ζώνη υψηλής πολιτικής πίεσης. Όχι επειδή έχει αποδειχθεί κάποια παρανομία, αλλά επειδή οι καταγγελίες και τα στοιχεία που ερευνώνται δημιουργούν ένα πλέγμα ερωτημάτων το οποίο δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.

Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διεξάγει επείγουσα διερεύνηση για να διαπιστώσει αν υπάρχει πιθανή ζημία σε βάρος κοινοτικών πόρων και αν προκύπτουν στοιχεία που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν περαιτέρω ποινική αξιολόγηση. Πρόκειται για έρευνα που φέρεται να ξεκίνησε ύστερα από επώνυμη καταγγελία επιχειρηματία προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την Επιτροπή Ανταγωνισμού.

Οι καταγγελίες αναφέρονται σε πιθανές συνεννοήσεις μεταξύ συμμετεχόντων στον διαγωνισμό. Ωστόσο, πρέπει να καταστεί απολύτως σαφές ότι πρόκειται για ισχυρισμούς που ερευνώνται και όχι για διαπιστωμένα γεγονότα.

Εκεί που η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερο πολιτικό βάρος είναι στον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η ίδια η διαγωνιστική διαδικασία.

Το έργο κατατμήθηκε σε τρία τμήματα. Η διακήρυξη φέρεται να επέτρεπε σε κάθε συμμετέχοντα να διεκδικήσει δύο από αυτά. Τελικά όμως η εικόνα που προέκυψε μοιάζει να προκαλεί απορίες: κάθε ένας από τους συμμετέχοντες κατέληξε να αναλάβει από ένα τμήμα.

Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι πρόκειται για σύμπτωση. Κάποιος άλλος θα έλεγε ότι η αγορά πολλές φορές λειτουργεί με ιδιόμορφους κανόνες στρατηγικής. Όμως η πολιτική υποχρέωση μιας κυβέρνησης δεν είναι να ζητά από την κοινωνία να πιστέψει στις συμπτώσεις. Είναι να αποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν σκιές.

Ακόμη μεγαλύτερη συζήτηση προκαλεί το ζήτημα των οικονομικών προσφορών. Οι διαφορές εμφανίζονται εξαιρετικά περιορισμένες, ενώ οι εκπτώσεις που προσφέρθηκαν περιγράφονται στις καταγγελίες ως εξαιρετικά χαμηλές για έργο τέτοιου μεγέθους. Καταγράφηκαν μεταξύ 0,01% και 0,26%. Σχεδόν μηδενικές.

Σε μια αγορά όπου ο ανταγωνισμός υποτίθεται ότι πιέζει τιμές και αυξάνει όφελος για το Δημόσιο, η εικόνα ελάχιστων αποκλίσεων εύλογα προκαλεί ερωτήματα. Δεν αποδεικνύει τίποτα από μόνη της. Δεν συνιστά τεκμήριο παράβασης. Αλλά δημιουργεί ένα πεδίο θεσμικού ελέγχου που δεν μπορεί να παραμεριστεί με πολιτικές ανακοινώσεις και επικοινωνιακές ασπίδες.

Υπάρχει επίσης το ζήτημα των τεχνικών αξιολογήσεων. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, οι βαθμολογίες εμφανίστηκαν σχεδόν ταυτόσημες. Από μόνο του αυτό δεν συνιστά στοιχείο παρατυπίας. Θα μπορούσε να σημαίνει αντίστοιχες τεχνικές λύσεις ή παρόμοιες προδιαγραφές. Όμως προστίθεται σε μια αλληλουχία περιστατικών που ήδη βρίσκεται στο μικροσκόπιο.

Ακόμη μία παράμετρος που δημιουργεί πολιτικό προβληματισμό είναι η απουσία άλλων εξειδικευμένων εταιρειών από την τελική διαδικασία, παρότι είχαν συμμετάσχει στη δημόσια διαβούλευση. Η απουσία αυτή δεν αποδεικνύει αποκλεισμό ούτε αθέμιτες πρακτικές. Όμως θέτει ένα διαχρονικό ερώτημα: πόσο πραγματικά ανοικτή είναι η αγορά των μεγάλων δημόσιων τεχνολογικών συμβάσεων;

Το ζήτημα γίνεται ακόμη βαρύτερο επειδή δεν εμφανίζεται ως μεμονωμένο επεισόδιο. Αντίστοιχες καταγγελίες έχουν διατυπωθεί και για τον διαγωνισμό του Παιδείας «εξοπλισμού ρομποτικής και STEM» άνω των 30 εκατ. ευρώ, επίσης μέσω πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το πολιτικό πρόβλημα για το υπουργείο και συνολικά για την κυβέρνηση δεν είναι μόνο ποινικό ή νομικό. Είναι βαθιά θεσμικό. Διότι όταν δισεκατομμύρια ευρωπαϊκών πόρων διακινούνται μέσα από διαδικασίες που αφήνουν πίσω τους σύννεφα αμφιβολιών, τότε τραυματίζεται η ίδια η εμπιστοσύνη των πολιτών.

Και η εμπιστοσύνη είναι πολύ ακριβότερη από οποιονδήποτε διαδραστικό πίνακα.

Συνολικά…

Η ουσία της υπόθεσης δεν βρίσκεται μόνο στο αν οι καταγγελίες θα επιβεβαιωθούν ή θα καταρριφθούν από τις αρμόδιες αρχές. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι ένα ακόμη μεγάλο δημόσιο έργο συνοδεύεται από σκιές, ερωτήματα και αμφισβήτηση. Η τελική κρίση ανήκει στη Δικαιοσύνη και στις αρμόδιες ελεγκτικές αρχές. Ωστόσο η πολιτική εξουσία δεν μπορεί να περιορίζεται σε ρόλο παρατηρητή.

Η απαίτηση για πλήρη διαφάνεια, ισχυρό ανταγωνισμό και καθαρούς κανόνες αποτελεί θεσμική υποχρέωση. Αν η υπόθεση καταλήξει να μην επιβεβαιώσει τις καταγγελίες, αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί με σαφήνεια. Αν όμως προκύψουν ευρήματα, τότε το ζήτημα θα ξεπεράσει έναν διαγωνισμό και θα αφορά την αξιοπιστία του ίδιου του κράτους.

Το ζήτημα των διαδραστικών πινάκων δεν αφορά μόνο έναν διαγωνισμό ή ένα έργο εκατομμυρίων ευρώ. Αφορά την αξιοπιστία ολόκληρου του μηχανισμού δημόσιων συμβάσεων. Όταν εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα μοτίβα περιορισμένων εκπτώσεων, περιορισμένου ανταγωνισμού και κατανομής έργων, δημιουργείται μια σκιά που δεν μπορεί να διαλυθεί με δηλώσεις καλών προθέσεων.

Πρέπει επίσης να είναι σαφές ότι έρευνα δεν σημαίνει καταδίκη και καταγγελία δεν σημαίνει απόδειξη ενοχής. Τις απαντήσεις θα τις δώσουν οι αρμόδιες αρχές και τα πραγματικά δεδομένα.

Ωστόσο, υπάρχει μια πραγματικότητα που δύσκολα αμφισβητείται: όταν σε δημόσια έργα εκατοντάδων εκατομμυρίων οι συμπτώσεις αρχίζουν να γίνονται περισσότερες από τις εξηγήσεις, τότε το πρόβλημα παύει να είναι επικοινωνιακό.

Γίνεται θεσμικό.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας