Καταδίκη 7 ετών κάθειρξης, πρώην δημάρχου Σιθωνίας για απιστία: τα όρια ευθύνης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και η «πληρωμή»

Η καταδίκη πρώην δημάρχου για απιστία αναδεικνύει τις ευθύνες διοίκησης και τη σημασία ενεργής υπεράσπισης της δημόσιας περιουσίας στους ΟΤΑ.

Σύνοψη: Η καταδίκη πρώην δημάρχου της Σιθωνίας σε κάθειρξη 7 ετών για απιστία σε βάρος ΟΤΑ αποτελεί μία σημαντική δικαστική εξέλιξη με ευρύτερες προεκτάσεις για τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η υπόθεση αφορούσε δημοτική έκταση 100 στρεμμάτων που διεκδικήθηκε από ιδιώτες μέσω χρησικτησίας, με το δικαστήριο να αποδίδει ευθύνες στον τότε δήμαρχο για αδράνεια στην υπεράσπιση των συμφερόντων του δήμου.

Παρά τους ισχυρισμούς περί έλλειψης δόλου, κρίθηκε ότι υπήρξε κατ’ εξακολούθηση απιστία μέσω παραλείψεων, με σημαντική οικονομική ζημία για τον δήμο. Η υπόθεση ανέδειξε επίσης την ευθύνη και των υπηρεσιακών παραγόντων, καθώς καταδικάστηκε και νομικός σύμβουλος.

Η αναστολή εκτέλεσης της ποινής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης δεν αναιρεί τη σημασία της απόφασης, η οποία ενισχύει την τάση αυστηρότερης αντιμετώπισης φαινομένων κακοδιοίκησης. Το μήνυμα είναι σαφές: η διαχείριση της δημοτικής περιουσίας απαιτεί ενεργή και τεκμηριωμένη προστασία.

———-

Αναλυτικά…

Θεμελιώδες: η διοίκηση δεν είναι τίτλος, είναι υποχρέωση. Και η αποτυχία της πληρώνεται.

Η καταδίκη πρώην δημάρχου της Σιθωνίας σε κάθειρξη 7 ετών για απιστία, από το ΜΟΔ Θεσσαλονίκης,  δεν είναι απλώς μια ακόμη δικαστική υπόθεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Είναι μια ηχηρή υπενθύμιση ότι η αδράνεια στη διαχείριση δημόσιας περιουσίας δεν αποτελεί «διοικητική ατέλεια», αλλά πολιτική και ποινική ευθύνη με βαρύτατες συνέπειες. Και κυρίως, είναι μια υπόθεση που φωτίζει με ωμό τρόπο τα όρια, –ή μάλλον την κατάρρευση των ορίων–, ανάμεσα στην ευθύνη και την αυθαιρεσία στον δημόσιο βίο.

Το δημοτικό ακίνητο-φιλέτο  των 100 στρεμμάτων που «πέρασε» σε ιδιώτες…

Στο επίκεντρο βρέθηκε ένα ακίνητο-φιλέτο 100 στρεμμάτων στη Συκιά Σιθωνίας, το οποίο δεν χάθηκε εν μια νυκτί. Δεν πρόκειται για μια «ατυχία» της διοίκησης, αλλά για μια σταδιακή διολίσθηση σε μια κατάσταση όπου ο δήμος εμφανίστηκε ανίκανος, –ή απρόθυμος–, να υπερασπιστεί την ίδια του την περιουσία. Οι ιδιώτες που επικαλέστηκαν χρησικτησία δεν κινήθηκαν σε κενό. Βρήκαν απέναντί τους μια διοίκηση που, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, δεν ενεργοποίησε εγκαίρως ούτε στοιχειωδώς τα διαθέσιμα νομικά εργαλεία.

Η υπερασπιστική γραμμή του καταδικασθέντος δημάρχου κινήθηκε σε ένα γνώριμο μοτίβο: έλλειψη δόλου, άγνοια των ακριβών ορίων, πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Πρόκειται για επιχειρήματα που, αν μη τι άλλο, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για την επάρκεια άσκησης διοίκησης. Διότι ένας δήμαρχος που δηλώνει ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς υπερασπίζεται, ουσιαστικά ομολογεί ένα επικίνδυνο διοικητικό κενό. Και αν η άγνοια δεν είναι δόλος, δεν παύει να είναι ανευθυνότητα με μετρήσιμο κόστος για το δημόσιο συμφέρον.

Το δικαστήριο δεν πείστηκε. Έκρινε ότι δεν πρόκειται για μια απλή αμέλεια, αλλά για απιστία κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα και δια της παράλειψης. Με άλλα λόγια: η ζημία δεν προέκυψε από μια κακή απόφαση, αλλά από μια συστηματική αποτυχία άσκησης των στοιχειωδών καθηκόντων προστασίας της δημοτικής περιουσίας. Και αυτή η αποτυχία κρίθηκε ποινικά κολάσιμη σε βαθμό κακουργήματος.

Η αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου λειτουργεί περισσότερο ως τυπική νομική στάθμιση παρά ως ουσιαστική αποκατάσταση της εικόνας του καταδικασθέντος. Διότι το πολιτικό βάρος της υπόθεσης δεν εξαλείφεται: όταν μια δημοτική αρχή αφήνει, –με πράξεις ή παραλείψεις της–, δημόσια περιουσία να αμφισβητείται και τελικά να αποδυναμώνεται νομικά, τότε η ζημία δεν είναι μόνο οικονομική. Είναι θεσμική.

Κάθειρξη και για τον νομικό σύμβουλο του δήμου…

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η ευθύνη δεν περιορίστηκε στον αιρετό. Η καταδίκη και νομικού συμβούλου για συνέργεια αποκαλύπτει μια ευρύτερη διοικητική δυσλειτουργία, όπου η θεσμική «αλυσίδα προστασίας» του δήμου αποδείχθηκε διάτρητη. Αντί για ένα σύστημα ελέγχου και άμυνας, προκύπτει η εικόνα μιας διοίκησης που είτε δεν λειτούργησε είτε λειτούργησε ανεπαρκώς σε όλα τα επίπεδα.

Η απόφαση αναστολής εκτέλεσης της ποινής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης δεν αλλάζει την ουσία. Ο καταδικασθείς παραμένει ελεύθερος, αλλά πολιτικά και θεσμικά εκτεθειμένος. Διότι η κοινωνία δεν κρίνει μόνο με όρους ποινικής έκτισης, αλλά και με όρους εμπιστοσύνης. Και αυτή, σε τέτοιες περιπτώσεις, έχει ήδη διαρραγεί.

Η μορφή των πραγμάτων που έρχονται…

Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, η υπόθεση αυτή σηματοδοτεί μια σαφή μετατόπιση: η εποχή της «διοικητικής ανοχής» στην Τοπική Αυτοδιοίκηση φαίνεται να υποχωρεί. Η Δικαιοσύνη δεν εξετάζει πλέον μόνο τι έκαναν οι αιρετοί, αλλά και τι δεν έκαναν. Η παράλειψη δεν είναι ουδέτερη. Είναι πράξη με συνέπειες.

Και ίσως αυτό είναι το πιο κρίσιμο μήνυμα: η δημόσια περιουσία δεν χάνεται μόνο από διαφθορά. Χάνεται και από αδιαφορία, από ανικανότητα, από σιωπηρές αποφάσεις να «μην γίνει τίποτα». Σε έναν δημόσιο βίο που συχνά συγχέει την ευθύνη με τη διαχείριση της εικόνας, η συγκεκριμένη καταδίκη έρχεται να υπενθυμίσει κάτι απλό αλλά θεμελιώδες: η διοίκηση δεν είναι τίτλος, είναι υποχρέωση. Και η αποτυχία της πληρώνεται.

Επιμύθιο

Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει μια κρίσιμη μετατόπιση στη θεώρηση της ευθύνης των αιρετών: η απιστία δεν περιορίζεται πλέον σε πράξεις ενεργητικής ζημίας, αλλά επεκτείνεται και σε παραλείψεις που οδηγούν σε απώλεια δημόσιων πόρων. Η δικαστική κρίση υπογραμμίζει ότι η διοίκηση ενός δήμου δεν είναι απλώς πολιτική λειτουργία, αλλά και πεδίο αυξημένων νομικών υποχρεώσεων.

Ταυτόχρονα, επιβεβαιώνεται ότι η προστασία της δημοτικής περιουσίας αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της τοπικής διακυβέρνησης. Η μη αξιοποίηση των νομικών εργαλείων μπορεί να εκληφθεί ως σοβαρή παράβαση καθήκοντος, ιδίως όταν οδηγεί σε οικονομική ζημία.

Η καταδίκη και υπηρεσιακών παραγόντων δείχνει ότι η ευθύνη είναι συλλογική και διαχέεται σε όλο το διοικητικό σχήμα. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε πιο προσεκτική και θεσμικά θωρακισμένη λειτουργία των δήμων στο μέλλον.

Τελικά, η υπόθεση λειτουργεί ως προειδοποίηση αλλά και ως σημείο αναφοράς: η διαφάνεια, η επαγρύπνηση και η αποτελεσματική νομική υποστήριξη δεν είναι επιλογές, αλλά αναγκαίες προϋποθέσεις για τη βιώσιμη και αξιόπιστη διοίκηση των ΟΤΑ.

Facebook
Threads
Twitter
Email
Print
Νέο πειθαρχικό δίκαιο υπαλλήλων δημοσίου και ΟΤΑ: Σε ισχύ από σήμερα – Οι πρόσθετες πειθαρχικές ποινές
Επιλογές Δυτικής Αθήνας