Μια χώρα που μέχρι τώρα είδε να διαψεύδονται επανειλημμένως οι προσδοκίες της να πλουτίσει από ρόλο «γέφυρας» ή «μεσάζοντα», θα πρέπει να δώσει τεράστια έμφαση στο να επενδύσει στην ανθεκτικότητά της σε κρίσιμα πεδία (εκπαίδευση, τεχνολογία, νέες μορφές παραγωγής κ.ά.), χωρίς και να αδιαφορήσει για αναπτυξιακές πρωτοβουλίες «γεφυροποιητικού χαρακτήρα». του Τάσου Γιαννίτση (Πηγή: Protagon.gr)
Σε πολλές στιγμές της μεταπολεμικής Ιστορίας μας το αναπτυξιακό αφήγημα κατέφυγε στο «αφήγημα της γέφυρας», το οποίο συνοπτικά επαγγελλόταν ότι η χώρα θα λειτουργήσει ως «γέφυρα» –ως ενδιάμεσος– για δραστηριότητες διεθνών εταιρειών, που θα ενίσχυαν την αναπτυξιακή της εξέλιξη.
Στη δεκαετία του 1960 η ιδέα ήταν ότι η σύνδεση της Ελλάδας με την ΕΟΚ θα προσέλκυε διεθνείς επενδύσεις από τρίτες χώρες, που θα αξιοποιούσαν το χαμηλό κόστος εργασίας στη χώρα για να παράγουν προϊόντα που θα εξάγονταν στην ΕΟΚ, με το προνομιακό εξαγωγικό καθεστώς που απολάμβανε τότε η χώρα σε σύγκριση με άλλες, μη συνδεδεμένες χώρες. Δεν συνέβη.
Η δεύτερη παραλλαγή του πολιτικο-οικονομικού αυτού αφηγήματος ανάγεται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, οπότε οι συγκρούσεις στον Λίβανο οδήγησαν στην κατάρρευση της Βηρυτού ως «Παρίσι ή τραπεζικό κέντρο της Μέσης Ανατολής». Αναπτύχθηκε τότε μια ολόκληρη φιλολογία, ότι η Αθήνα θα λειτουργούσε ως γέφυρα για τη μετεγκατάσταση των τραπεζών αυτών, με όλα τα πλεονεκτήματα που θα απέρρεαν από μια τέτοια εξέλιξη. Ούτε αυτό συνέβη.
Μια νέα εκδοχή του ίδιου αφηγήματος συνδέθηκε με τις εξελίξεις στα Βαλκάνια μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Αναρίθμητος αριθμός πολιτικών και επιχειρηματικών απόψεων θεώρησε ότι οι βαλκανικές χώρες που αυτονομήθηκαν θα αποτελούσαν «ενδοχώρα» της Ελλάδας, ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούσαν να μεγαλουργήσουν στις χώρες αυτές, και ότι η Θεσσαλονίκη θα γινόταν η «πρωτεύουσα των Βαλκανίων». Την πραγματική συνέχεια, δυστυχώς, τη βιώσαμε.
Συγγενικό προς το αφήγημα της γέφυρας ήταν και ένα άλλο αφήγημα: η χώρα είναι προικισμένη με σοβαρά κοιτάσματα πετρελαίου, που οι κυρίαρχες στο παρελθόν δυνάμεις εμπόδιζαν την ανάδειξή τους προκειμένου να εκμεταλλεύονται οι ίδιες τη διεθνή αγορά πετρελαιοειδών και να κρατούν τη χώρα σε καθυστέρηση. Για περίπου πενήντα χρόνια τώρα, κάθε φορά που μια κυβέρνηση ήθελε να καλλιεργήσει σε όφελός της θετικές ελπίδες για πλούτο και ευημερία, το αφήγημα της ύπαρξης σοβαρών κοιτασμάτων πετρελαίου εμφανίστηκε επανειλημμένως. Οσες φορές εμφανίστηκε, άλλες τόσες εξαφανίστηκε. Τα αφηγήματα αυτά δεν αναδείχθηκαν μόνο μεταπολεμικά.
Ανάλογες ελκυστικές θεωρήσεις είχαν αναπτυχθεί ήδη στον 19ο αιώνα, σε διαφορετικές ευκαιρίες και με παρεμφερές σκεπτικό. Ωστόσο, όλα αυτά έπεσαν στο κενό ή, αν και πρόσκαιρα φάνηκε ότι υπήρχαν κάποιες προοπτικές, αυτές κατέρρεαν σε σύντομο χρονικό διάστημα. Γιατί;
Γιατί όλες υπάκουαν σε μια αυτοαναφερόμενη πολιτική λογική, που προσπαθούσε να παρακάμψει τον δύσκολο δρόμο των συγκροτημένων αναπτυξιακών πολιτικών και να πείσει –πρόσκαιρα– την ελληνική κοινωνία ότι η «Ελλάδα ως γέφυρα» –ως ενδιάμεσος, ως μεσολαβητής– θα εξασφάλιζε άκοπα σημαντικά οφέλη χωρίς να αναλάβει η ίδια κάποιο βάρος.
Πρακτικά, οι κυβερνήσεις επεδίωκαν να δημιουργήσουν ένα πρόσκαιρο κλίμα ευφορίας και προσδοκιών, που θα οδηγούσε στην εκλογική στήριξή τους από μερίδες της κοινωνίας. Στη συνέχεια, οι συνωμοτικές θεωρίες για κρυφά πλούσια πετρελαϊκά κοιτάσματα αντικαταστάθηκαν από την προοπτική ύπαρξης σοβαρών κοιτασμάτων φυσικού αερίου σε συνδυασμό με το πρόσφατο αφήγημα, ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» για τη μεταφορά φυσικού αερίου άλλων χωρών προς τον βόρειο γεωπολιτικό χώρο της.
Προφανώς, η πεποίθηση για αξιοποιήσιμα ενεργειακά κοιτάσματα μπορεί ανέξοδα να έρχεται και να επανέρχεται, αλλά η πραγματικότητα θα φανεί μόνο μέσα από διαδικασίες πάνω από έξι ετών (όπως προβλέπει η Σύμβαση). Με την επιφύλαξη των θεμάτων της κλιματικής αλλαγής, θα ήταν σημαντικό να προκύψει θετικό αποτέλεσμα.
Για την ώρα, αυτό που είναι πιο βέβαιο είναι το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τη μεταφορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) προς τον Βορρά μέσω Αλεξανδρούπολης. Ενα τόσο σοβαρό επενδυτικό εγχείρημα θα περίμενε κανείς να στηριχθεί από αναλυτικές οικονομικές πληροφορίες για κάθε οικονομική πτυχή του (κόστος, ζήτηση, αναγκαίες επενδύσεις ιδιωτών και Δημοσίου, πιθανά οφέλη της χώρας ως χώρου διακίνησης του αερίου).
Αντ’ αυτού η δημόσια παρέμβαση προεξοφλεί –σε επίπεδο λόγου– έναν ακαθόριστο θρίαμβο, όπου κυριαρχεί η ανάδειξη της χώρας ως «στρατηγικού ενεργειακού κόμβου», χωρίς ιδιαίτερα στοιχεία για το τι σημαίνει πρακτικά, και μάλιστα σε συνθήκες που δείχνουν ότι το ενδιαφέρον για το έργο είναι αδύναμο. Κάθε πρόβλεψη μπορεί να ισχύει, μπορεί και να μην ισχύει.
Για να ισχύει, πρέπει να τεκμηριωθεί με κάτι πιο ουσιαστικό από δημόσιες επικοινωνιακές ανακοινώσεις. Αν πράγματι ισχύει, δεν είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί. Επιπλέον, το αν ισχύει μετά τις τρέχουσες συγκρούσεις, θα είναι ένα πρόσθετο ερώτημα.
Στο μεταξύ, το «αφήγημα της γέφυρας» επεκτάθηκε από την οικονομία και σε ευαίσθητα διεθνοπολιτικά πεδία. Οι πρόσφατες εξαγγελίες και συμφωνίες με τη Chevron για έρευνες και εκμετάλλευση πιθανών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης αφέθηκε να θεωρηθούν ότι σημαίνουν «de facto αναγνώριση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και στήριξη στη βάση του διεθνούς δικαίου», αλλά και απόδειξη «μιας ισχυρής στρατηγικής σχέσης μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ», που επιτρέπει την παραπάνω ερμηνεία.
Με απλά λόγια, έμμεσα καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι με την προσέλκυση μιας πολυεθνικής εταιρείας λύσαμε τα εμπόδια που θέτει η Τουρκία κ.ά. στην εκμετάλλευση υποθαλάσσιων κοιτασμάτων και ότι είμαστε «εν δυνάμει» παραγωγός φυσικού αερίου. «Εν δυνάμει» σημαίνει έωλο ή ονειρικό.
Οπως, όμως, μονομερείς ενέργειες (π.χ. Τουρκο-Λυβικό Σύμφωνο) ή δηλώσεις μιας χώρας δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το Διεθνές Δίκαιο, ακόμα περισσότερο, ενέργειες μιας ιδιωτικής εταιρείας δεν μπορούν να έχουν νομικό αποτέλεσμα στο ίδιο πεδίο. Ετσι, η διάψευση δεν άργησε να έρθει, και μάλιστα από την ίδια την κυβέρνηση –και ήταν λογικό–, η οποία σε ανακοίνωσή της αναφέρει ότι «κυριαρχικά δικαιώματα δεν χάνονται μέσω συμφωνιών με ιδιωτικές εταιρείες». Θα έπρεπε όμως να προσθέσει και ότι «δεν δημιουργούνται».
Δεδομένου, συνεπώς, ότι ενέργειες οποιασδήποτε ιδιωτικής ή κρατικής εταιρείας δεν μπορεί να αποτελέσουν απόδειξη για το αν μια χώρα έχει κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα σε κάποιο γεωγραφικό χώρο, η Σύμβαση που υπογράφηκε με τη Chevron (Σύμβαση για Νότια Κρήτη 2, άρθρο 30) προβλέπει το αυτονόητο: ότι αν μετά τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας μεταξύ Ελλάδας και άλλων κυρίαρχων κρατών, τμήμα της Συμβατικής Περιοχής βρεθεί εκτός της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ της Ελληνικής Δημοκρατίας, τότε παύει να αποτελεί μέρος της Συμβατικής Περιοχής.
Η εταιρεία θεωρείται ότι παραιτείται από τα δικαιώματά της στο τμήμα αυτό, αλλά θα αποζημιωθεί από το Δημόσιο για όσες τυχόν δαπάνες έκανε μέχρι το χρονικό εκείνο σημείο για την περιοχή αυτή.
Επίσης, ενδιαφέρον είναι ότι επίσημα αναγνωρίζεται μια άλλη πραγματικότητα ως πιθανή: να προκύψει ότι ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ μπορεί να κριθούν από διεθνείς διαδικασίες, ότι δεν αντιστοιχούν στα όσα προβάλλουμε μέχρι σήμερα.
Με απλά λόγια, συμφωνήθηκε ο αυτονόητος όρος ότι η εταιρεία δεν δεσμεύεται να υλοποιήσει τη σύμβαση για εξόρυξη φυσικού αερίου, ούτε θα έχει ευθύνη να αποζημιώσει το Δημόσιο για τη μη υλοποίηση εάν η Ελλάδα αναγκαστεί να αναγνωρίσει ότι δεν διαθέτει αδιαμφισβήτητα δικαιώματα εκμετάλλευσης στη συγκεκριμένη περιοχή. Από συμβατική σκοπιά, προφανής προνοητικότητα.
Προς τι λοιπόν η όλη φασαρία; Για να καλλιεργηθούν εντυπώσεις για μια πραγματικότητα που σε επόμενο χρόνο μπορεί να φανεί ότι δεν είναι πραγματικότητα;
Ποιο είναι το γενικότερο πρόβλημα; Οτι αντί να δούμε με νούμερα και πιθανότητες τα μελλοντικά-πιθανά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των συμφωνιών (σε όρους επενδύσεων, οφελών για το ΑΕΠ, απασχόλησης, άλλων οικονομικών ή κοινωνικών μεγεθών κ.ά.), ώστε να γνωρίζουμε πού οδηγούν, κατασκευάζουμε μια «οργανωμένη μορφή της πραγματικότητας» και καταφεύγουμε σε επικοινωνιακό θόρυβο, που δίνει λαβή σε κλωτσοπατινάδες.
Οταν αυτά διαψεύδονται στην πράξη, ακολουθεί αμηχανία ή σιωπή. Μια τέτοια εξέλιξη παράγει ανάπτυξη, εισοδήματα, ρεαλιστικές προοπτικές; Ισως, αλλά δεν γνωρίζω ποια. Μια χώρα που μέχρι τώρα είδε να διαψεύδονται επανειλημμένως οι προσδοκίες της να πλουτίσει από ρόλο «γέφυρας» ή «μεσάζοντα», θα πρέπει να δώσει όχι απλώς έμφαση, αλλά τεράστια έμφαση στο να επενδύσει στην ανθεκτικότητά της και σε κρίσιμα πεδία (π.χ. εκπαίδευση, τεχνολογία, νέες μορφές παραγωγής, αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, περιορισμό της διαφθοράς κ.ά.), χωρίς και να αδιαφορήσει για αναπτυξιακές πρωτοβουλίες «γεφυροποιητικού χαρακτήρα».
Πρέπει να δει με ποιον τρόπο θα οικοδομήσει «δύναμη», αναπτυξιακή δυναμική, προϊόντα/υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο. Αντ’ αυτών, η χώρα, αντί να αξιοποιεί τους σημερινούς κεντρικούς προωθητικούς μηχανισμούς της ανάπτυξης, προσφεύγει στο real estate, στα αφανή εισοδήματα ή σε δραστηριότητες τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ.
Οι συνέπειες αντιστοιχούν στις επιλογές της. Ομως η έκφραση «ο Μανώλης με τα λόγια χτίζει ανώγεια και κατώγεια» δεν πρέπει να ανήκει στην εποχή μας.
—-
*Ο Τάσος Γιαννίτσης είναι ομότιμος καθηγητής ΕΚΠΑ, π. υπουργός
Πηγή: Protagon.gr





