Δικαστική απόφαση «βόμβα»: Παράνομες οι περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις ΙΚΑ & ΕΤΕΑ

Κατηγορία: Οικονομία Συνταξιοδοτικά


Με απόφαση «βόμβα» το Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης έκρινε παράνομες τις περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις ΙΚΑ & ΕΤΕΑ και ζητά από τα δύο ταμεία να αποζημειώσουν τους συνταξιούχους εντόκως για τα ποσά που τους αφαιρέθηκαν από τις συντάξεις τους…

------------------- 

ΔιοικΠρΘεσ 1430/17: ΙΚΑ. ΕΤΕΑ. Συνταξιούχοι - Περικοπές. Αστική ευθύνη Δημοσίου - Αποζημίωση. Περικοπές στις κύριες και επικουρικές συντάξεις στο πλαίσιο των ''Μνημονίων''.

Ο ενάγων συνταξιούχος του Ι.Κ.Α και του Ε.Τ.Ε.Α, επιδιώκει, να υποχρεωθούν τα εναγόμενα ΝΠ να του καταβάλουν αποζημίωση, κατ' επίκληση των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ.,  προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από τις περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε από αυτά, από την 1.1.12 έως την 31.7.15, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των ν. 3863/2010, ν. 3986/2011, ν. 4024/2011, ν. 4051/2012 και ν. 4093/2012, κατά τους ισχυρισμούς του, αντικείμενων στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ.

Αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός του εναγομένου Ε.Τ.Ε.Α σχετικά με την υπ' αρ. 2287/15 απόφαση της Ολ. του ΣτΕ με την οποία κρίθηκε η αντισυνταγματικότητα των διατάξεων των ν.4051 και 4093/12, οι οποίες όμως καθίστανται ανίσχυρες από το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δικαστηρίου  κι ως εκ τούτου, για όσους συνταξιούχους δεν είχαν ασκήσει αγωγή έως τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αυτής, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα ισχύει μόνο για το μέλλον.

Κρίση ότι  οι περικοπές και οι μειώσεις που επιβλήθηκαν με τις επίμαχες διατάξεις των  ν. 3845/2010, ν. 3863/2010, ν. 3986/2011 και του ν. 4024/2011, δεν παραβιάζουν το Σ. και την ΕΣΔΑ και συνεπώς, η αγωγή κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην αντισυνταγματικότητα των διατάξεων αυτών πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε ο ενάγων, με το άρθρο 6 του ν. 4051/2012,καθώς και με το άρθρο 1ο του ν. 4093/2012, αντίκεινται στο άρθρο 1 του ΠΠΠ της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς οι μειώσεις αυτές συνολικά κρινόμενες με τις προαναφερόμενες μειώσεις που επιβλήθηκαν με τους ανωτέρω νόμους και ενόψει των οικογενειακών και οικονομικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, οδηγούν σε παραβίαση του πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού του δικαιώματος.

Κρίνει λοιπόν, ότι οι περικοπές εκ μέρους των οργάνων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ και του Ε.Τ.Ε.Α, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που αντίκεινται στο ΠΠΠ της ΕΣΔΑ είναι παράνομες κατά  το άρθρο 106 ΑΚ (ΕΙΣΝ) και αυτός δικαιούται να λάβει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη.

Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης και τάσσει προθεσμία στα εναγόμενα ταμεία να καθορίσουν αναλυτικά τα ποσά των περικοπών της κύριας και επικουρικής συντάξεως του ενάγοντος.

Δείτε στην συνέχεια όλη την απόφαση του δικαστηρίου, όπως αυτή δημοσιεύθηκε…

--------------------------

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1430/2017

Δικαστής: Βαρβάρα Μπουκουβάλα, Πρωτοδίκης ΔΔ

Δικηγόροι: Παρασκευή Καρακολίδου, Στέλιος Λεμονίδης, Ευαγγελία Ράπτη

1.Επειδή, με την κρινόμενη αγωγή, για την οποία καταβλήθηκε το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου (...) ο ενάγων συνταξιούχος του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.) και του Ενιαίου Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.), επιδιώκει, αφενός μεν να υποχρεωθούν τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα να του καταβάλουν ως αποζημίωση, κατ' επίκληση των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., νομιμοτόκως από την επίδοση της πρώτης αγωγής που είχε ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και έως την εξόφληση, το μεν πρώτο το ποσό των 14.083,26 ευρώ, το δε δεύτερο το ποσό των 11.863,53 ευρώ, προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από τις περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε από αυτά, αντιστοίχως, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.07.2015, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 38 του ν. 3863/2010, του άρθρου 44 παρ. 13 του ν. 3986/2011, του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 4024/2011, του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 4051/2012 και του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 και υποπαρ. ΙΑ.6 περ. 3 του ν. 4093/2012, κατά τους ισχυρισμούς του, αντικείμενων στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., αφετέρου δε να καταδικασθούν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να του καταβάλλουν, νομιμοτόκως από την επίδοση της πρώτης αγωγής που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και έως την εξόφληση, το ποσό των 2.000,00 ευρώ, ως αποζημίωση, κατ' επίκληση των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις τους. [...]

5. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, συνάγεται ότι κατά κανόνα απαραδέκτως ασκείται δεύτερη αγωγή από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ίδιου εναγομένου με το ίδιο αντικείμενο, ενόψει και των αρχών της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων που ισχύουν γενικότερα στο διοικητικό δικονομικό δίκαιο (ΣτΕ 2365/2016, ΣτΕ 2292/2011). Ωστόσο, εξαιρετικά, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά από την τροποποίησή του με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3659/2008 και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως εκ του χρόνου ασκήσεως της υπό κρίση αγωγής (23.07.2015), παραδέκτως ασκείται δεύτερη αγωγή από τον ίδιο ενάγοντα κατά του ιδίου εναγομένου, εφόσον έχει εκδοθεί οριστική απόφαση επί της πρώτης αγωγής, με την οποία αυτή απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και η απόρριψη λόγω μη υπογραφής του δικογράφου της από δικαστικό πληρεξούσιο. Ωστόσο, η ρύθμιση αυτή ισχύει, εφόσον συντρέχουν οι εξαιρετικές προϋποθέσεις που ορίζει κατά την ορθή έννοιά της η παραπάνω διάταξη, ήτοι στην περίπτωση που υπάρχει ταυτότητα των διαδίκων και του αντικειμένου των δύο αγωγών, δηλαδή ταυτότητα διαφοράς, υπό την έννοια της σύμπτωσης του δικαιώματος για την ικανοποίηση του οποίου ασκούνται οι αγωγές, του αιτήματος, της ιστορικής και νομικής βάσης αυτών (ΟλΣτΕ 3840/2009, ΣτΕ 3137/2013, 3032/2014). Εξάλλου, ταυτότητα της νομικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών υφίσταται, όταν οι δύο αγωγές θεμελιώνονται στους ίδιους κανόνες δικαίου, ήτοι ταυτίζονται οι εφαρμοστέες διατάξεις για τη θεμελίωση της ευθύνης των εναγομένων (νομικών) προσώπων, οι οποίες θα συγκροτούσαν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού των αντιστοίχως εκδιδόμενων αποφάσεων. Εξάλλου, στην περίπτωση που οι αγωγές θεμελιώνονται στα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝ.Α.Κ. λόγω της αντισυνταγματικότητας ή της αντίθεσης με υπέρτερης ισχύος διεθνείς συμβάσεις, των διατάξεων που εφάρμοσε η Διοίκηση, θα πρέπει να υπάρχει ταυτότητα του διατυπωμένου νομικού συλλογισμού της αντισυνταγματικότητας ή αντισυμβατότητας και στις δύο αγωγές τόσο ως προς τις ελεγχόμενες νομοθετικές διατάξεις όσο και ως προς τους κανόνες ελέγχου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα αντισυνταγματικότητας ή αντισυμβατότητας, κι ως εκ τούτου, για διαφορετική νομική αιτία θεμελίωσης της εκάστης αγωγής αποζημιώσεως, καθώς η κάθε αγωγή στηρίζει την ίδια αξίωση σε άλλη νομική βάση (πρβλ. Α.Π. 139/2010). Τέλος, από την ίδια διάταξη τίθεται ως προϋπόθεση εφαρμογής της ρύθμισης αυτής και άρσης του κατά κανόνα απαραδέκτου της δεύτερης αγωγής, συγκεκριμένη αποκλειστική προθεσμία εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η δεύτερη αγωγή, η οποία είναι εξήντα ημερών και εκκινεί από την κοινοποίηση της τελεσίδικης αποφάσεως που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως εφέσεως ή από την κοινοποίηση της σε πρώτο βαθμό εξ υπαρχής ανέκκλητης απόφασης ή από την με άλλο τρόπο τελεσιδικία της απόφασης που εκδόθηκε σε πρώτο βαθμό, όπως με παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ενδίκου μέσου κατ' αυτής ή την άπρακτη παρέλευση της εξηκονθήμερης προθεσμίας που τάσσεται από το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ από την κοινοποίηση της πρωτόδικης αποφάσεως, για άσκηση εφέσεως κατ' αυτής. Συνακόλουθα, σε περίπτωση κοινοποιήσεως στον ενάγοντα εκκλητής πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή του για τυπικό λόγο και κατά της οποίας αυτός επιλέγει να μην ασκήσει έφεση, η επίσης 60ήμερη προθεσμία για την άσκηση δεύτερης αγωγής αρχίζει, κατά την έννοια της νέας παρ. 2 του άρθρου 76 του Κ.Δ.Δ, αμέσως μόλις λήξει άπρακτη η προθεσμία της εφέσεως (βλ. ΔΕφΑθ. 1979/2009, 950-1/2009, πρβλ. ΔΕφΑθ. 1944/2010).

6. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ' ορθή εκτίμηση του σχετικού δικογράφου την με ημερομηνία καταθέσεως 11.03.2013 αγωγή του, με την οποία ζήτησε, αφενός μεν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο και το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. να του καταβάλλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ως αποζημίωση, κατ' επίκληση των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, κατά το αιτητικό της αγωγής του το συνολικό ποσό των 23.136,02 ευρώ, προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από τις περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και το Ε.Τ.Ε.Α, για το χρονικό διάστημα από 01.09.2011 έως 31.12.2012, κατ' εφαρμογή των νόμων 3845/2010, 3863/2010, 3986/2011, 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012, κατά τους ισχυρισμούς του, αντικείμενων στα άρθρα 4 παρ. 5, 21 παρ. 2, 22 και 25 του Συντάγματος, αφετέρου δε να καταδικασθούν τα ανωτέρω νομικά πρόσωπα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να του καταβάλλουν το ποσό των 10.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, ως αποζημίωση, κατ' επίκληση των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις τους. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 128/2015 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αυτή απορρίφθηκε, λόγω του ότι δεν είχε υπογραφεί το δικόγραφό της από δικαστικό πληρεξούσιο. Η οριστική αυτή απόφαση δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 30.01.2015. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων άσκησε την δεύτερη κρινόμενη αγωγή του στις 23.07.2015. Με την κρινόμενη αγωγή ζητά να υποχρεωθεί το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και το Ε.Τ.Ε.Α. να του καταβάλλουν ως αποζημίωση, κατ' επίκληση των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., νομιμοτόκως από την επίδοση της πρώτης αγωγής που είχε ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και έως την εξόφληση, το μεν πρώτο το ποσό των 14.083,26 ευρώ, το δε δεύτερο το ποσό των 11.863,53 ευρώ, προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη από τις περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε από αυτά, αντιστοίχως, για το χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.07.2015, κατ' εφαρμογή των νόμων 3986/2011, 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012, κατά τους ισχυρισμούς του, αντικείμενων στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφετέρου δε να καταδικασθούν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον να του καταβάλουν το ποσό των 2.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της πρώτης αγωγής που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και έως την εξόφληση, ως αποζημίωση, κατ' επίκληση των άρθρων 105 και 106 Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις ως άνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις τους. Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι η πρώτη αγωγή του ενάγοντος ασκήθηκε κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. με νομική βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ και θεμελιωτική βάση αυτής την αντίθεση των διατάξεων των νόμων 3845/2010, 3863/2010, 3986/2011, 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012 στα άρθρα 4 παρ. 5, 21 παρ. 2, 22 και 25 του Συντάγματος, ενώ η κρινόμενη αγωγή, όσον αφορά μέρος του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, ασκείται κατά του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. και του Ε.Τ.Ε.Α. με νομική βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ και θεμελιωτική βάση αυτής την αντίθεση των ως άνω διατάξεων στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 5, 22 παρ. 5 και 25 του Συντάγματος, με διαφορετικό αίτημα και αιτούμενο ποσό, κρίνει, ενόψει του ότι οι δύο αγωγές δεν ασκούνται αμφότερες κατά των ίδιων εναγομένων ν.π.δ.δ ούτε στηρίζονται στην ίδια ακριβώς νομική αιτία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, ενώ, επιπλέον, δεν έχουν ακριβώς το ίδιο αίτημα, ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3659/2008, που ως εξαιρετική διάταξη καλύπτει το καταρχήν απαράδεκτο της δεύτερης αγωγής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί για λόγους τυπικούς, κι ως εκ τούτου, η υπό κρίση αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. και αφορά στις αξιώσεις του ενάγοντος που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από 01.01.2012 έως 31.12.2012 αποτελεί δεύτερη αγωγή που ασκείται απαραδέκτως. Εξάλλου, κατά το μέρος που η κρινόμενη αγωγή ασκείται κατά του Ε.Τ.Ε.Α. καθόλον το περιεχόμενό της, καθώς και κατά το μέρος που ασκείται κατά του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ, όσον αφορά στις αξιώσεις του ενάγοντος από 01.01.2013 έως 31.07.2015, ούσα πρώτη αγωγή που αφορά μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από αυτό της πρώτης αγωγής, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί, περαιτέρω, επί της ουσίας. […]

18. Επειδή, όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις [των ν. 3845/2010, 3863/2010, 3986/2011, 4024/2011, 4051/2012 και 4093/2012] σε συνδυασμό με τα όσα αναφέρονται στις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις των σχετικών νόμων, με την εμφάνιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης στις αρχές του 2010, ο νομοθέτης εκτιμώντας ότι υφίστατο άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της οικονομίας και χρεοκοπίας της Χώρας και ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπισθεί η κατάσταση ήταν η προσφυγή στη χρηματοδοτική υποστήριξη από τα κράτη της Ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, έλαβε, έναντι της υποστηρίξεως αυτής, κυριαρχικώς, σειρά μέτρων περιστολής των δημοσίων δαπανών, μεταξύ των οποίων και η διενέργεια περικοπών και μειώσεων συνταξιοδοτικών παροχών των συνταξιοδοτουμένων από τους φορείς υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως. Οι περικοπές και οι μειώσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν από τα επιδόματα εορτών και αδείας των οργανισμών κύριας ασφάλισης (άρθρο τρίτο παρ. 10-14 του ν. 3845/2010), και συνεχίσθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα με την εισφορά αλληλεγγύης των συνταξιούχων κύριας ασφάλισης (άρθρο 38 του ν. 3863/2010), την εν συνεχεία αναπροσαρμογή και τη συμπλήρωση της εισφοράς αυτής και την επέκτασή της στην επικουρική ασφάλιση (άρθρο 44 παρ. 10-13 του ν. 3986/2011), καθώς και τις μειώσεις στις συντάξεις των κάτω των 55 ετών συνταξιούχων και στις κύριες και επικουρικές συντάξεις που υπερβαίνουν, αντιστοίχως, τα 1.200 και τα 150 ευρώ (άρθρο 2 παρ. 1-5 του ν. 4024/2011), εντάσσονται στη δέσμη μέτρων που έχουν ως βάση τις προβλέψεις του πρώτου «Μνημονίου» και του πρώτου «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου», και συνιστούν, κατά τα προεκτεθέντα, μέτρα «άμεσης απόδοσης» για την εξεύρεση πόρων προς αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην οποία βρέθηκε η Χώρα. Με τα δεδομένα αυτά, οι εν λόγω περικοπές, έχοντας αποφασισθεί υπό την πίεση των ως άνω όλως εξαιρετικών περιστάσεων, και επιβαλλόμενες κατά την εκτίμηση του νομοθέτη για την άμεση αντιμετώπιση της κρίσεως, δεν παραβιάζουν τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις. Ειδικότερα, κατά τα προεκτεθέντα, οι πιο πάνω περικοπές, ενόψει του ύψους και των εν γένει χαρακτηριστικών τους, καθώς και των συνθηκών υπό τις οποίες θεσπίσθηκαν, ούτε στην αρχή της αναλογικότητας αντίκεινται, καθώς δεν παρίστανται, πάντως, απρόσφορες ή μη αναγκαίες να υπηρετήσουν τον δημόσιο σκοπό για τον οποίο επεβλήθησαν, ούτε τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση προσβάλλουν, καθώς δεν υφίστανται σοβαρές ενδείξεις ότι θίγουν τον περιγραφόμενο ως άνω εγγυημένο από το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως των συνταξιούχων. Ενόψει, άλλωστε, των ανωτέρω συνθηκών της θεσπίσεώς τους, δεν απαιτείτο, κατά τα προεκτεθέντα, περαιτέρω εκτίμηση των επιπτώσεών τους από τον νομοθέτη. Τέλος, δεν δύναται να γεννηθεί ζήτημα παραβιάσεως της αρχής της προστατευομένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι τα ληφθέντα μέτρα επεβλήθησαν, όπως αναφέρθηκε, ενόψει εκτάκτων και απροβλέπτων συνθηκών και είχαν επείγοντα χαρακτήρα. Κατόπιν αυτών, οι πιο πάνω διατάξεις, κατά το μέρος που επιβάλλονται με αυτές οι εν λόγω περικοπές και μειώσεις, είναι συμβατές με το Σύνταγμα. Τέλος, οι περικοπές που θεσπίστηκαν με τις ανωτέρω διατάξεις των νόμων 3845/2010, 3863/2010, 3986/2011 και 4024/2011 δεν αντίκεινται ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζομένων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων (βλ. ΟλΣτΕ 2287/2015).

19. Επειδή, μετά τις διαδοχικές ως άνω περικοπές και μειώσεις, σε συνέχεια δε και προς εφαρμογή του εγκριθέντος κατά το έτος 2012 δεύτερου «Μνημονίου Συνεννόησης» (ν. 4046/2012), ακολούθησαν, κατά τα προεκτεθέντα, το ίδιο αυτό έτος, δύο ακόμη νομοθετήματα με αντικείμενο την περαιτέρω περιστολή κυρίων και επικουρικών συντάξεων. Ο ν. 4051/2012, με το άρθρο 6 του οποίου μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12%, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ, καθώς και ο ν. 4093/2012, με το άρθρο πρώτο του οποίου, αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστά από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας. Στις αιτιολογικές εκθέσεις των εν λόγω διατάξεων δεν μνημονεύονται καθόλου οι προηγηθείσες περικοπές, η δε λήψη των νέων μέτρων αιτιολογείται με γενική αναφορά στις «δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας», στη «δυσμενή οικονομική κατάσταση συγκεκριμένων ασφαλιστικών φορέων» και στην ανάγκη «να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης». Στο ανωτέρω, εξάλλου, δεύτερο Μνημόνιο προβλεπόταν σχετικώς, κατά τα ήδη επίσης εκτεθέντα, ότι για «την πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής του προγράμματος» και ενόψει «των συνεχών προβλημάτων της Ελλάδας με τη φορολογική συμμόρφωση», θα χρειαζόταν η λήψη «επιπρόσθετων μέτρων», ότι «το μεγαλύτερο μέρος της προσαρμογής θα επιτυγχανόταν μέσω περικοπών δαπανών που θα αποσκοπούσαν στη μόνιμη μείωση του μεγέθους του κράτους», ότι «πολλές από αυτές τις περικοπές θα έπρεπε να αφορούν τις κοινωνικές μεταβιβάσεις», και ότι «η μεγάλη εναπομείνασα δημοσιονομική προσαρμογή θα έπρεπε κατ' ανάγκη να περιλαμβάνει περαιτέρω προσαρμογές των συντάξεων με τρόπο που να προστατεύονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι».

20. Επειδή, οι τελευταίες ως άνω διατάξεις ψηφίσθηκαν, όταν είχε πλέον παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσεως και αφού εν τω μεταξύ είχαν σχεδιασθεί και ληφθεί τα βασικά μέτρα για την αντιμετώπισή της. Επομένως, κατά την επιχειρηθείσα με τις διατάξεις αυτές νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, ο νομοθέτης δεν δικαιολογούταν πλέον να προχωρήσει στην ψήφιση των σχετικών ρυθμίσεων χωρίς ειδική έρευνα του αντικειμένου αυτών, αλλά όφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, να προβεί σε εμπεριστατωμένη μελέτη, προκειμένου να διαπιστώσει και να αναδείξει τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν συμβατή με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις, τις απορρέουσες, μεταξύ άλλων, από τον θεσμό της κοινωνικής ασφαλίσεως, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της μελέτης αυτής, όφειλε, κατ' αρχάς, ο νομοθέτης να προβεί σε συνολική εκτίμηση των παραγόντων που προκάλεσαν το πρόβλημα το οποίο επικαλείται ως προς τη βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών (και, μάλιστα, ενός εκάστου εξ αυτών, ενόψει της διοικητικής και οικονομικής του αυτοτέλειας), και, ενόψει των παραγόντων αυτών όπως είναι η μείωση της αξίας, μέσω του PSI (ν. 4050/2012), των διαθεσίμων κεφαλαίων των εν λόγω οργανισμών, κυρίως δε, η παρατεινόμενη ύφεση και η συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας, στις οποίες ουσιωδώς συμβάλλει η πτώση του βιοτικού επιπέδου μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού συνεπεία μέτρων αντίστοιχων με τα επίδικα (μειώσεις συντάξεων και μισθών) ή φορολογικών επιβαρύνσεων  να κρίνει για την προσφορότητα των επίδικων αυτών μέτρων. Τούτο δε ενόψει και της διαπιστώσεώς του ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει μέχρι τότε (μειώσεις συντάξεων και μισθών) δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις. Ακόμη δε κι αν τα επίδικα μέτρα κρίνονταν πρόσφορα, κατά τα ανωτέρω, ο νομοθέτης έπρεπε περαιτέρω να μελετήσει και να αποφανθεί αιτιολογημένα για την αναγκαιότητά τους, εξετάζοντας την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και συγκρίνοντας τα οφέλη και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τους επιδιωκόμενους δημόσιους σκοπούς (δημοσιονομική προσαρμογή, βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών, διασφάλιση ικανοποιητικού, κατ' άρθρο 22 παρ. 5 Συντ., επιπέδου ζωής των ασφαλισμένων). Τέλος, εφόσον, πάντως, κατόπιν των ανωτέρω, ο νομοθέτης επέλεγε, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε συγκεκριμένες περικοπές συντάξεων (επιλογή, κατ' αρχήν, δικαστικώς ανέλεγκτη), όφειλε προηγουμένως να εξετάσει με τρόπο επιστημονικό και δικαστικά ελέγξιμο, αν οι επιπτώσεις των περικοπών τούτων στο βιοτικό επίπεδο των θιγομένων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα γενικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης (όπως οι αλλεπάλληλες, κατά τα εκτεθέντα, φορολογικές επιβαρύνσεις) και συνδυαζόμενες με τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της διανυόμενης έκτακτης περιόδου (κόστος αγαθών και υπηρεσιών, περικοπές παροχών υγείας, ανεργία και επίδρασή της στο οικογενειακό εισόδημα, έκταση και περιεχόμενο δανειοληπτικών υποχρεώσεων), οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των συνταξιούχων κάτω του ορίου εκείνου που συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, τον πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού τους δικαιώματος. Από κανένα όμως στοιχείο δεν προκύπτει ότι ως προς τα ανωτέρω ζητήματα έλαβε χώρα εν προκειμένω τέτοια μελέτη. Πέραν δε τούτου, δεν προκύπτει ούτε ότι ελήφθησαν υπ' όψη οι κρίσιμες ως άνω συνταγματικές παράμετροι. Διότι, όπως συνάγεται από τις οικείες προπαρασκευαστικές εργασίες, μόνο κριτήριο για τη θέσπιση των σχετικών μέτρων απετέλεσε η συμβολή τους στη μείωση των δημοσίων δαπανών και τη «δημοσιονομική προσαρμογή». Ακόμη δε και η αναφορά στην «δυσμενή οικονομική κατάσταση» των ασφαλιστικών οργανισμών, ως βασικής αιτίας του προβλήματος, γίνεται αορίστως, είτε για όλους τους οργανισμούς συλλήβδην, είτε για κάποιους μη κατονομαζόμενους, χωρίς να εκτιμάται συγκεκριμένα η κατάσταση καθενός από αυτούς (εν όψει της οικονομικής αυτοτελείας τους και των επιβαλλομένων, αναλόγως, διαφοροποιήσεων) και χωρίς να αναφέρεται αν και πώς συνέβαλε το Κράτος, κατά τη συνταγματική του υποχρέωση, στη διασφάλιση της βιωσιμότητάς τους. Άλλωστε, αντιθέτως προς όσα εκτίθενται παραπάνω ως προς τις υποχρεώσεις του Κράτους για την κοινωνική ασφάλιση, οι επίμαχες νομοθετικές ρυθμίσεις διέπονται από την, υπό το «νέο ασφαλιστικό σύστημα», συνταγματικώς μη ανεκτή αντίληψη ότι το Κράτος ρυθμίζει απλώς και οργανώνει την κοινωνική ασφάλιση χωρίς και να υποχρεούται να συμμετέχει στη χρηματοδότηση των οργανισμών κοινωνικής ασφαλίσεως ή ότι η υποχρέωση αυτή μπορεί να αναπληρώνεται με παροχές προνοιακού χαρακτήρα, καθώς και ότι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των εν λόγω οργανισμών απόκειται στους ίδιους τους ασφαλισμένους, συναρτώμενη, προεχόντως ή και αποκλειστικώς, με την μαθηματική σχέση μεταξύ καταβαλλόμενων εισφορών και χορηγούμενων παροχών. Κατόπιν τούτων, οι ανωτέρω διατάξεις των νόμων 4051 και 4093/2012 αντίκεινται στις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες∙ η αντίθεση δε των διατάξεων τούτων προς το Σύνταγμα αφορά στις περικοπές όχι μόνο των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων. Διότι ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, η οποία παρέχεται από το Ε.Τ.Ε.Α. και άλλους φορείς και η, συνεπεία τούτου, λειτουργία αυτών υπό μορφήν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 87/1997, ΟλΣτΕ 5024/1987) δικαιολογούνται από τον δημόσιο σκοπό, τον οποίο οι φορείς αυτοί υπηρετούν κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, συμβάλλοντας δια της χορηγήσεως παροχών συμπληρωματικών εν σχέσει προς τις χορηγούμενες από τους φορείς υποχρεωτικής κύριας ασφαλίσεως στη διασφάλιση υπέρ των συνταξιούχων ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβιώσεως, κατά το δυνατόν εγγύς εκείνου το οποίο είχαν αυτοί κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Ενόψει δε του εν λόγω δημοσίου σκοπού, το κράτος, ανεξαρτήτως αν μέχρι σήμερα δεν έχει προβλεφθεί τακτική κρατική χρηματοδότηση των φορέων της υποχρεωτικής επικουρικής κοινωνικής ασφαλίσεως, υποχρεούται, πάντως, κατά την ανωτέρω συνταγματική διάταξη, να συμμετέχει στη χρηματοδότηση και των φορέων τούτων, προς κάλυψη των ελλειμμάτων τους. Υπό τα δεδομένα, άλλωστε, αυτά, με τις εν λόγω διατάξεις των ανωτέρω νόμων και την επέμβαση που επέρχεται μέσω αυτών στα δικαιώματα των ενδιαφερομένων κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και των περιουσιακών δικαιωμάτων των συνταξιούχων, καθώς παραβιάστηκε ο πυρήνας του συνταξιοδοτικού τους δικαιώματος (Ε.Δ.Δ.Α., Khoniakina κατά Γεωργίας, 19 Ιουνίου 2012, Νο 17767/08, σκ. 71) και αναγκάστηκαν αυτοί να υποστούν ένα υπερβολικό ατομικό βάρος (Ε.Δ.Δ.Α., Khoniakina κατά Γεωργίας, σκ. 72), κι ως εκ τούτου, παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. ΟλΣτΕ 2287/2015).

21. Επειδή, στο άρθρο 80 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97), ορίζεται ότι: «Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 4 του άρθρου 71 ή σε τυχόν άλλες ειδικές διατάξεις, αν η αξίωση θεμελιώνεται στο παράνομο εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, το δικαστήριο, εφόσον δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της πράξης ή της παράλειψης αυτής».

22. Επειδή, από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι το αρμόδιο για την εκδίκαση της αγωγής δικαστήριο, όταν δεν υπάρχει δεδικασμένο, κρίνει παρεμπιπτόντως οποιοδήποτε κρίσιμο ζήτημα νομιμότητας, συνταγματικότητας ή συμβατότητας τυπικού νόμου, κανονιστικής ή ατομικής διοικητικής πράξεως, στην οποία στηρίζεται η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη (πρβλ. ΣτΕ 2080/2016, 4376/2013, 2620/2008, 502/2007 κ.ά.), χωρίς να υπάρχει διάταξη του Συντάγματος ή του νόμου, η οποία να αποκλείει την κρίση αυτή, η οποία ανήκει στον πυρήνα της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστή.

23. Επειδή, στον κοινό δικαστή ανατίθεται πέρα από τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος, και ο έλεγχος της συμβατότητάς τους με τις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων, που έχουν ισχύ υπέρτερη των κοινών τυπικών νόμων, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος. Οι δύο έλεγχοι, όντας διάχυτοι, ασκούνται διακριτά στο πλαίσιο της ίδιας δικαιοδοσίας, καθώς έχουν διαφορετικό κανόνα ελέγχου και διαφορετικές νομικές βάσεις θεμελίωσης (πρβλ. ΣτΕ 302/2005, 169/2010, σκ. 10). Στο πλαίσιο του ελέγχου της συμβατότητας, ο κοινός δικαστής έχει την αρμοδιότητα, αφενός μεν να αφήσει ανεφάρμοστη κάθε διάταξη νόμου που αντίκειται στην Ε.Σ.Δ.Α. ή σε άλλη κυρωμένη με νόμο διεθνή σύμβαση, ακόμη κι αν η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (Conseil Constitutionnel, 2010-65 DC, 12 Μαΐου 2010, σκ. 13) ή δεν μπορεί γίνεται παραδεκτή επίκληση του λόγου της αντισυνταγματικότητάς της από τον διάδικο ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, λόγω του περιορισμού των εννόμων συνεπειών της κρίσης της αντισυνταγματικότητας που διατυπώθηκε από ανώτατο δικαστήριο (πρβλ. Conseil d'Etat, N° 316734, 13 Μαΐου 2011), αφετέρου δε να επιδικάσει αποζημίωση σε περίπτωση που από την αντισυμβατική νομοθέτηση επήλθε ζημία στα περιουσιακά δικαιώματα του προσώπου, όπως αναλυτικώς έγινε δεκτό στην σκέψη 7 της παρούσας.

24. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, αλυσιτελώς προβάλλεται ο ισχυρισμός του εναγομένου Ε.Τ.Ε.Α, που εκφέρεται με το με ημερομηνία καταθέσεως 24.06.2016 υπόμνημά του, ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν επικαλείται παραδεκτώς ο ενάγων τον ισχυρισμό της αντισυνταγματικότητας ορισμένων εκ των ως άνω διατάξεων, καθώς με την υπ' αριθμόν 2287/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας οριοθετήθηκαν τα έννομα αποτελέσματα της κρίσης της αντισυνταγματικότητας αυτών, και κρίθηκε ότι οι προαναφερόμενες αντισυνταγματικές διατάξεις καθίστανται ανίσχυρες από τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δικαστηρίου (10.06.2015), κι ως εκ τούτου, για όσους συνταξιούχους δεν είχαν ασκήσει αγωγή έως τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης αυτής, η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα ισχύει μόνο για το μέλλον και δεν προβάλλουν παραδεκτώς τον ισχυρισμό της αντισυνταγματικότητας για παροχές συνταξιοδοτικές που περικόπηκαν πριν από τον χρόνο δημοσίευσης της αποφάσεως αυτής. Και τούτο, διότι οι προαναφερόμενες διατάξεις τόσο με την προαναφερόμενη απόφαση του ΣτΕ όσο και κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου αντίκεινται και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε. Σ.Δ.Α, κι ως εκ τούτου, ανεξαρτήτως της βασιμότητας του ανωτέρου ισχυρισμού, δεν επηρεάζεται η εξουσία του δικαστηρίου τούτου να ασκήσει τον έλεγχο της συμβατότητας και να επιφέρει τις έννομες συνέπειές του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

25. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: [...]

26. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, και σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στη μείζονα πρόταση της παρούσας, το Δικαστήριο λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη ότι οι περικοπές και οι μειώσεις που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε από τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα ο ενάγων, με το άρθρο τρίτο παρ. 10-14 του ν. 3845/2010, το άρθρο 38 του ν. 3863/2010, το άρθρο 44 παρ. 10-13 του ν. 3986/2011 και το άρθρο 2 παρ. 1-5 του ν. 4024/2011, δεν παραβιάζουν τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις ούτε αντιβαίνουν στην αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., εφόσον, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος που τις υπαγόρευσε και των περιοριζομένων με αυτές περιουσιακών δικαιωμάτων, κρίνει ότι η αγωγή κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην αντισυνταγματικότητα και αντισυμβατότητα των διατάξεων αυτών πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι οι περικοπές που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη γήρατος που ελάμβανε ο ενάγων από τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, με το άρθρο 6 του ν. 4051/2012, με το οποίο μειώθηκαν αναδρομικά κατά 12%, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, οι κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.300 ευρώ και οι επικουρικές συντάξεις, με κλιμάκωση του ποσοστού μειώσεως (10%, 15% και 20%) αναλόγως του ύψους αυτών και με κατοχύρωση κατώτατου ορίου 200 ευρώ, καθώς και με το άρθρο πρώτο του ν. 4093/2012, με το οποίο, αφενός μεν μειώθηκαν εκ νέου, σε ποσοστά από 5% έως και 20%, οι από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία συντάξεις, που υπερβαίνουν αθροιστικώς τα 1.000 ευρώ, αφετέρου δε καταργήθηκαν πλέον για όλους τους συνταξιούχους τα επιδόματα και δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθώς οι μειώσεις αυτές συνολικά κρινόμενες με τις προαναφερόμενες μειώσεις που επιβλήθηκαν με τους ανωτέρω νόμους και ενόψει των οικογενειακών και οικονομικών υποχρεώσεων του ενάγοντος, οδηγούν σε παραβίαση του πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού του δικαιώματος και σε μία σημαντική επιβάρυνση των περιουσιακών του δικαιωμάτων, με συνέπεια να κλονίζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του δικαιώματος της περιουσίας, κρίνει ότι οι περικοπές της κύριας και επικουρικής συντάξεως του ενάγοντος εκ μέρους των οργάνων του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ και του Ε.Τ.Ε.Α, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που αντίκεινται στο πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο είναι παράνομες κατά την έννοια του άρθρου 106 του Εισ.Ν.Α.Κ και αυτός δικαιούται να λάβει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη. Ωστόσο, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με το με αριθμ.πρωτ. ... έγγραφο της Προϊσταμένης του Τοπικού Υποκαταστήματος Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. ... Θεσσαλονίκης, τα ποσά των κρατήσεων κάθε μηνός που επιβλήθηκαν στην κύρια και επικουρική σύνταξη του ενάγοντος κατ' εφαρμογή των ανωτέρω νόμων αναπροσαρμόζονται ανάλογα με το ακαθάριστο μηνιαίο ποσό της σύνταξής του, το οποίο αυξομειώνεται ανάλογα με την έναρξη ή τη λήξη των προσαυξήσεων λόγω τέκνων που τυχόν ελάμβανε ο ενάγων, και δεδομένου ότι από τα έγγραφα στοιχεία του φακέλου δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ασφάλεια το ακριβές ποσό της αποζημιώσεως που δικαιούται ο ενάγων, κρίνει αναγκαίο να αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου τα εναγόμενα να προβούν σε ακριβή υπολογισμό και καθορισμό αναλυτικώς των ποσών στα οποία ανήλθαν οι περικοπές της κύριας και επικουρικής συντάξεως του ενάγοντος κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 του ν. 4051/2012, και του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, για κάθε μήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2013 έως 23.07.2015 από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ και από 01.01.2012 έως 23.07.2015 από το Ε.Τ.Ε.Α., με σχετική βεβαίωση, η οποία θα υποβληθεί στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 155 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. (Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης και τάσσει προθεσμία στα εναγόμενα ταμεία να καθορίσουν αναλυτικά τα ποσά των περικοπών της κύριας και επικουρικής συντάξεως του ενάγοντος).

Πηγή : ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ ΕΤΟΣ: 2017 ΣΕΛ.: 851 

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση



«ΜΟΥΣΙΚΟ ΣΕΡΓΙΑΝΙ» - 22 ρεμπέτικα πορτρέτα –του Ηλία Βολιότη Καπετανάκη

Στέγαστρο ΣΜΑ Περιστερίου: Το νέο μεγάλο Περιβαλλοντικό, Πολεοδομικό και Διαχειριστικό «ΣΚΑΝΔΑΛΟ» της Διοίκησης Παχατουρίδη (Βίντεο-Φωτό)

" Η Διοίκηση Ανδρέα Παχατουρίδη «Καταπατά νόμους, μολύνει & αδιαφορεί για υγεία των κατοίκων, μόνο για λίγες χιλιάδες ευρώ». Κατασκευάζει «παράνομο» μεταλλικό Στέγαστρο για να καλύψει τις παράνομες εγκαταστάσεις επεξεργασίας και μεταφόρτωσης σκουπιδιών στο Αμαξοστάσιο, αυθαίρετα και χωρίς άδεια, ώστε να «καλύψει» το τι δηλητήρια «ταΐζει» κατοίκους και εργαζόμενους … "

Περιστέρι: Μεγάλο Σκάνδαλο αιρετών, με απαλλοτριωμένα οικόπεδα - “Πληρώθηκαν” αλλά συνεχίζουν να τα “έχουν” - Το εμπορικό κέντρο ΜΕΡΑ ΝΥΧΤΑ, το “Πάρκινγκ” του και ο κ. Παχατουρίδης

" Ο Δήμος Περιστερίου, πλήρωσε πολύ ακριβά οικόπεδο διαχρονικού αιρετού της Πόλης, για να κάνει διάνοιξη δρόμου σε κεντρικό σημείο, σύμφωνα με το ισχύον πολεοδομικό σχέδιο. Παρόλα αυτά, όμως 15 χρόνια μετά αυτό παραμένει στους αρχικούς ιδιοκτήτες του, αυξάνοντας την εμπορική αξία της ακίνητης περιουσίας τους. Δείτε ποιόν αφορά και πως έχει μεθοδευτεί η όλη κατάσταση… "

Εθνικός Διάλογος για την Παιδεία: Η ριξηκέλευθη πρόταση του Vukentra.gr για όλα τα θέματα που απασχολούν αλλά και συνθέτουν την Β/θμια Εκπαίδευση

" Για την πραγματική εκπαίδευση, ακόμη δεν έχει διατυπωθεί τίποτα, στον εθνικό διάλογο που κατά πολλούς θεωρείται προσχηματικός, προκειμένου η Κυβέρνηση να περάσει αυτά που θέλει. Το Vukentra.gr, καταθέτει τη δική του, αιρετική κατά μία άποψη αλλά και ιδιαίτερα «επαναστατική» για τα σημερινά δεδομένα. Διαβάστε την και διατυπώστε τις δικές σας προτάσεις…. "

Περιστέρι Αττικής: Διαπλοκή, διαφθορά ή ανικανότητα των υπηρεσιών του ή κάποιος τα «παίρνει»; Ο Δήμαρχος κ. Παχατουρίδης οφείλει να απαντήσει άμεσα…

" «Άγνωστοι» εκμεταλλεύονται τα διαφημιστικά ταμπλό των στάσεων χωρίς να πληρώνουν τίποτα στο Δήμο. Ο Δήμαρχος της Πόλης κ. Ανδρέας Παχατουρίδης, οφείλει να ερευνήσει άμεσα το θέμα και να δώσει απαντήσεις … Άλλως θα μείνει η εντύπωση ότι η Διοίκησή του «γνωρίζει» και σιωπά, με ότι κι αν αυτό σημαίνει… είτε ότι κάποιος τα «παίρνει», είτε ότι… "